Μέρος Δεύτερο: Βόρεια Κορέα και ΗΠΑ: πως το μίσος έγινε ( ; ) αγάπη

law and order
Πιονγκγιανγκ, Μάρτιος 2014 (Φραγκίσκα Μεγαλούδη)

Βόρεια Κορέα και ΗΠΑ: πως το μίσος έγινε (;) αγάπη

Το πρώτο μέρος εδω

Τον Φεβρουάριο του 2017, περίπου δυο μήνες πριν ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας αρχίσουν να ανταλλάσσουν χαρακτηρισμούς και απειλές, ο υπουργός Εξωτερικών της Βόρειας Κορέας θα συμμετείχε σε μια συνάντηση στη Νέα Υόρκη με Αμερικανούς αξιωματούχους- την πρώτη που θα διεξαγόταν σε αμερικανικό έδαφος από το 2011.

Τότε συνέβη η δολοφονία του ετεροθαλούς αδερφού του Kim Jong-un, Kim Jong-nam στη Μαλαισία.

Αν και ποτέ δεν θα μάθουμε όλη την αλήθεια για το ποιος και γιατί τον δολοφόνησε, τα μέσα ενημέρωσης κατηγόρησαν αμέσως τον Kim Jong-un για τη δολοφονία του αδελφού του. Το κίνητρο ήταν ότι ο Nam πορεί να σχημάτιζε εξόριστη κυβέρνηση με την υποστήριξη της Κίνας. Όπως ήταν αναμενόμενο, αμέσως μετά τη δολοφονία οι βίζες της βορειοκορεατικής αντιπροσωπείας ακυρώθηκαν και η διοίκηση του Trump το θεώρησε πράξη τρομοκρατίας.

Η ιστορία του θανάτου του εγείρει πολλά σοβαρά ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα. Γιατί ο Kim Jong-un να σκοτώσει τον ετεροθαλή αδελφό του σε δημόσιο χώρο, γεμάτο κάμερες και μάρτυρες, χρησιμοποιώντας τοξικό αέριο, ενώ θα μπορούσε να το κάνει πολύ πιο διακριτικά και σε πιο ασφαλές περιβάλλον, όταν ο Nam διέμενε στην βορειοκορεατική πρεσβεία.   Η απάντηση σε αυτό ήταν ότι μια τόσο φαινομενικά παράλογα σχεδιασμένη δολοφονία θα θόλωνε ακόμα περισσότερο το τοπίο και κανείς δεν θα μπορούσε να βρει αποδείξεις εναντίον της Βόρειας Κορέας.

Ένα άλλο ερώτημα που δεν απαντήθηκε ποτέ πειστικά, αν και εξετάστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, ήταν πως γίνεται οι δύο νεαρές γυναίκες που άλειψαν το πρόσωπο του Nam με το τοξικό αέριο το οποίο τον σκότωσε μέσα σε 15 λεπτά,  να μην εμφανίσουν κανένα σύμπτωμα δηλητηρίασης ή έστω κάποιας δυσφορίας. Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τις γυναίκες να πλένουν αργότερα και χωρίς καμία βιασύνη τα χέρια τους στην τουαλέτα του αεροδρομίου, ενώ οι αστυνομικοί που έσπευσαν στον χώρο και ήρθαν σε επαφή με τον αδερφό του βορειοκορεάτη ηγέτη, δεν εμφάνισαν επίσης κανένα σύμπτωμα. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν αρκετούς παρατηρητές να υποστηρίξουν ότι υπήρχε κάποιος τρίτος συνεργός, αν και ποτέ δεν συνελήφθη κανείς. Οι 4 βορειοκορεάτες που κρατούνταν ως ύποπτοι, επειδή σύμφωνα με τις αρχές της Μαλαισίας είχαν έρθει σε επαφή με τις δυο γυναίκες, αφέθηκαν ελεύθεροι και επέστρεψαν στην Πιονγκγιάνγκ.

Με όλες τις επιφυλάξεις, το σίγουρο είναι ότι η ιστορία της δολοφονίας του Kim Jong-nam είχε πάρα πολλά κενά ακόμη και για τους πιο εχθρικούς απέναντι στη Βόρεια Κορέα, ερευνητές. Πολλοί δημοσιογράφοι και αναλυτές δικαιολόγησαν τις ασυνέπειες της ιστορίας υποστηρίζοντας ότι ήταν μια παλαιά διαταγή του Kim Jong-un που πραγματοποιήθηκε όταν οι συνθήκες ήταν κατάλληλες, χωρίς να απαιτείται άμεση έγκριση. Αυτή η θεωρία όμως αντικρούει την πάγια γραμμή των ίδιων αναλυτών και δημοσιογράφων, οι οποίοι σε κάθε ευκαιρία υποστήριζαν ότι ο βορειοκορεάτης ηγέτης είναι απόλυτα συγκεντρωτικός και τίποτα δεν μπορεί να συμβεί στην χώρα χωρίς την άμεση έγκριση και γνώση του. Πόσο μάλλον, η εντολή μια τόσο σοβαρής δολοφονίας.

Η ανακοίνωση της ταυτότητας του Nam έγινε από τις μυστικές υπηρεσίες της Νότιας Κορέας προτού ακόμα ειδοποιηθεί η Πιονγκγιάνγκ, κάτι που εγείρει ακόμα περισσότερα ερωτήματα και σύγχυση για το ποιος ήταν πίσω από τη δολοφονία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου αυτό έγινε επειδή οι μαλαισιανές αρχές μπέρδεψαν την εθνικότητα του Kim Jong-nam και ειδοποίησαν πρώτη την Νότια Κορέα, μια εκδοχή που η Μαλαισία έχει αρνηθεί, χωρίς να εξηγήσει όμως γιατί ειδοποίησε πρώτα την πρεσβεία της Νότιας Κορέας.

Με δεδομένο βέβαια ότι η δολοφονία παραμένει ανεξιχνίαστη, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το γεγονός ότι θα μπορούσε όντως η εντολή δολοφονίας να ήταν από την Πιονγκγιάνγκ ή ακόμα και το Πεκίνο, σε περίπτωση που ο Nam είχε πράγματι έρθει σε επαφή με πράκτορες της CIA σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα είδος «εξόριστης κυβέρνησης» υπό την άμεση επιτήρηση των ΗΠΑ.

Η δολοφονία ήταν η αφορμή για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ να τοποθετήσει τη Βόρεια Κορέα, πίσω στη λίστα με τις χώρες που υποθάλπουν την τρομοκρατία και να επιβάλλει επιπλέον κυρώσεις ώστε να εμποδίσει την πρόσβαση της Πιονγκγιάνγκ στο τοξικό αέριο VX με το οποίο εικάζεται ότι δολοφονήθηκε ο Nam.

Οι εξελίξεις μετά τη δολοφονία ήταν αστραπιαίες. Τον Απρίλιο του 2017 οι Ηνωμένες Πολιτείες ανακοινώνουν την αποστολή του αμερικανικού αεροπλανοφόρου Carl Vinson στην Κορεατική Χερσόνησο, η οποία συνοδευόταν από απειλές ότι θα ξεκινούσαν προληπτική επίθεση ενάντια στο Βορρά εάν η Πιονγκγιάνγκ διεξήγαγε έκτη πυρηνική δοκιμή.

Λίγες μέρες πριν, στις 7 Απριλίου, ο πρόεδρος Trump είχε διατάξει την εκτόξευση 59 πυραύλων Tomahawk εναντίον μιας αεροπορικής βάσης στη Συρία ως αντίποινα για την επίθεση με χημικά στο Khan Shaykhun. Τόσο αυτή η κίνηση, όσο και η χρήση της της «μητέρας όλων των βομβών» στο Αφγανιστάν από τους Αμερικανούς την ίδια περίοδο, θεωρήθηκαν ως έμμεσα μηνύματα εναντίον της Βόρειας Κορέας.

Η κατάσταση έδειξε να κλιμακώνεται επικίνδυνα όταν στις  3 Σεπτεμβρίου 2017,  η Βόρεια Κορέα πραγματοποίησε την έκτη πυρηνική δοκιμή. Μπορεί η δοκιμή αυτή να μην άλλαζε ουσιαστικά τίποτα στις ήδη διαμορφωμένες δυναμικές στην κορεατική χερσόνησο, όμως τα μέσα ενημέρωσης και οι διεθνείς αναλυτές βρήκαν μια ακόμα ευκαιρία να σπείρουν πανικό συζητώντας πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου.

Ίσως η πιο φανερή συνέπεια της δοκιμής, να ήταν η αλλαγή της Κίνας, η οποία αποφάσισε να σκληρύνει πραγματικά την στάση της και τάχθηκε με τις ΗΠΑ, ψηφίζοντας ακόμα πιο αυστηρές κυρώσεις εναντίον της Πιονγκγιάνγκ.  Τα νέα μέτρα τώρα χτυπούσαν όλες τις ζωτικής σημασίας δραστηριότητες για τη Βόρεια Κορέα, τις εξαγωγές λιγνίτη και υφασμάτων, που αποτελούσαν και τα μεγαλύτερο έσοδο της οικονομίας της χώρας.  Η Κίνα, η οποία ελέγχει το 85% του εμπορίου με τη Βόρεια Κορέα, συμφώνησε να απαγορεύσει τη λειτουργία επιχειρήσεων βορειοκορεατικών συμφερόντων στην επικράτεια της και να σταματήσει την εισαγωγή μεταλλευμάτων και οστρακοειδών από τη Βόρεια Κορέα.

Στο τριτο μέρος θα αναλυθεί η σχέση Κίνας και ΗΠΑ με αφορμή την Βόρεια Κορέα αλλά και τα αποτελέσματα της Συνόδου τη Σιγκαπούρης

Οι εξελίξεις στη Βόρεια Κορέα 2016-2018 Μέρος Πρώτο

Χαμόγελα, Βόρεια Κορέα Οκτώβριος 2013 (Φραγκίσκα Μεγαλούδη)

Το βιβλίο,  Στη Χώρα των Κιμ,  ολοκληρώθηκε λίγο πριν τις αμερικανικές εκλογές, όταν όλα τα προγνωστικά έδιναν την Χίλαρι Κλίντον ως την επόμενη πρόεδρο των ΗΠΑ. Η Κλίντον ακολουθούσε την πάγια τακτική των κυρώσεων εναντίον της Βόρειας Κορέας, τις οποίες θεωρούσε ως το μοναδικό μέσο πίεσης ώστε να εγκαταλείψει η Πιονγκγιάνγκ το πυρηνικό της πρόγραμμα. Κατά τη διάρκεια της θητείας της ως υπουργός εξωτερικών, από το 2009 μέχρι το 2013, είχε επανειλημμένα ζητήσει και επιβάλλει μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αυστηρές κυρώσεις εναντίον της Πιονγκγιάνγκ ενώ προωθούσε την αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ασία ως «αντιστάθμιση στην βορειοκορεατική απειλή».

Οι πράξεις της Κλίντον ήταν σε απόλυτη σύμπνοια με την πολιτική που εφάρμοζε ο πρόεδρος Ομπάμα.

Ο πρόεδρος Ομπάμα και η “Πολιτική της Στρατηγικής Υπομονής”

Η πολιτική αυτή έχει μείνει γνωστή ως «πολιτική στρατηγικής υπομονής», μόνο που ο ηχηρός αυτός τίτλος εξέφραζε μια διαφορετική πραγματικότητα. Φαινομενικά στηριζόταν στην ιδέα ότι η Ουάσινγκτον θα αγνοεί τις «προκλήσεις» της Πιονγκγιάνγκ και θα περιμένει ώστε η Βόρεια Κορέα να αναγκαστεί- λόγω οικονομικού και διπλωματικού  αποκλεισμού- να παραδώσει τα πυρηνικά της όπλα.

Φυσικά κανείς νοήμων άνθρωπος δεν πίστεψε ποτέ ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε στο άμεσο μέλλον, επομένως υπήρχαν αρκετά σκοτεινά σημεία αυτής της στάσης, τα οποία βέβαια σπάνια αναφέρονται στον τύπο.

Το 2008 ο υποψήφιος πρόεδρος Ομπάμα υποστήριζε ότι μια από τις προτεραιότητες του θα είναι η μείωση των στρατιωτικών δαπανών. ‘Οπως υποστήριζε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, θα εξοικονομούσε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια περιορίζοντας τις δαπάνες και την ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων. Πράγματι το 2009 μείωσε τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ κατά 1.4 δισεκατομμύρια δολάρια ενώ τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς εισηγήθηκε την ακύρωση των σχεδίων αντιπυραυλικής ασπίδας στην Τσεχία και την Πολωνία, του προέδρου Μπους. Το κόστος της αντιπυραυλικής ασπίδας του προέδρου Μπους είχε θεωρηθεί ιδιαίτερα ακριβό ενώ το όλο σχέδιο είχε προκαλέσει ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ –Ρωσίας αλλά και ανάμεσα στα μέλη του ΝΑΤΟ.  Ο πρόεδρος Ομπάμα υποσχέθηκε οπλικά συστήματα νέας τεχνολογίας, ευέλικτα και με πολύ μικρότερο κόστος τα οποία θα γίνονταν ευκολότερα αποδεκτά από τα άλλα μέλη του ΝΑΤΟ.

Στην ουσία, αυτό που ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε, ήταν να αντικαταστήσει τις γεωγραφικές περιοχές και το είδος των οπλικών συστημάτων, συνεχίζοντας την ίδια πολιτική, την ανάπτυξη δηλαδή νέας κατηγορίας ειδικών οπλικών συστημάτων  ικανών να πλήξουν κάθε γωνιά του πλανήτη σε λιγότερο από μία ώρα.

Τον Σεπτέμβριο του 2009, ο πρόεδρος Ομπάμα, ανακοίνωσε την Ευρωπαϊκή Προσέγγιση Σταδιακής Προσαρμογής (European Phased Adaptive Approach -EPAA), η οποία αντικατέστησε την αντιπυραυλική ασπίδα του Μπους. Βασικό στοιχείο της προσέγγισης ήταν η επέκταση του Aegis, ενός προηγμένου συστήματος διοίκησης και ελέγχου το οποίο χρησιμοποιεί υπολογιστές και ραντάρ για την παρακολούθηση και την καταστροφή εχθρικών στόχων στον αέρα. Η εγκατάσταση του Aegis θα επεκτεινόταν σταδιακά (είχαν προβλεφθεί 3 κύριες φάσεις μεταξύ 2011-2018) ώστε να καλύψει όλη την Ευρώπη, στα πλαίσια της βορειοατλαντικής συμμαχίας (ΝΑΤΟ).

Παράλληλα με την ανάπτυξη περιφερειακών αμυντικών συστημάτων, ο πρόεδρος Ομπάμα προχώρησε σε ακόμα μεγαλύτερες επενδύσεις στον χώρο της άμυνας, ως απάντηση στην απειλή της Βόρειας Κορέας και του Ιράν. Στο πλαίσιο αυτό ενέκρινε την ανάπτυξη εδαφικού συστήματος άμυνας (GMD) στην Αλάσκα και την Καλιφόρνια, το οποίο είχε την ικανότητα να αναχαιτίσει διηπειρωτικούς πυραύλους ενώ μεταξύ του 2013 και του 2017 αύξησε τον αριθμό των βλημάτων αναχαίτισης εδάφους (GBIs) από 30 σε 44. Αξίζει να αναφερθεί εδώ, ότι την πρόβλεψη αυτή, την αύξηση δηλαδή των GBIs σε 44, την είχε εισαγάγει ο πρόεδρος Μπους και καταργήθηκε όταν ο Ομπάμα έγινε πρόεδρος λόγω κόστους, για να την επαναφέρει τελικά ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα.

Και ενώ η Βόρεια Κορέα απαντούσε με εκτοξεύσεις πυραύλων, οι ΗΠΑ αποφασίζουν να ενισχύσουν την πυραυλική τους άμυνα με το σύστημα (THAAD) το οποίο αρχικά εγκαθιστούν στη νήσο Γκουάμ. Το σύστημα αυτό έχει την ικανότητα να αναχαιτίσει εχθρικούς βαλλιστικούς πυραύλους, τόσο μέσα όσο και οριακά έξω από την ατμόσφαιρα.

Τον Ιούλιο του  2016, η τότε πρόεδρος της Νότιας Κορέας Park Geun-hye είχε εγκρίνει την εγκατάσταση του συστήματος στα σύνορα της, κάτι που είχε προκαλέσει ρωγμές στη σχέση της Νότιας Κορέας με την Κίνα αλλά και έντονες αντιδράσεις από τη Βόρεια Κορέα.

Η Κίνα υποστήριζε ότι τα συστήματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κατασκοπεία εναντίον της ενώ η Βόρεια Κορέα τα θεωρούσε άμεση απειλή στην ακεραιότητα της. Ο νέος πρόεδρος της Νότιας Κορέας Moon Jae-in, αν και αρχικά ενέκρινε την επέκταση του συστήματος THAAD, ύστερα από πιέσεις και οικονομικό αποκλεισμό της Κίνας,  δεσμεύθηκε να μην εγκαταστήσει άλλα αντιβαλλιστικά συστήματα στην Κορέα και να μην προχωρήσει σε στρατιωτική συμμαχία Κορέας, ΗΠΑ και Ιαπωνίας.

Με φόντο λοιπόν το γεωπολιτικό παιχνίδι στην ΒΑ Ασία, τους συνεχείς εξοπλισμούς και τις εύθραυστες δυναμικές  μεταξύ των χωρών, η περιοχή έχει  σταδιακά μετατραπεί σε ένα τεράστιο οπλοστάσιο συστημάτων τελευταίας τεχνολογίας ικανά να πλήξουν ολόκληρο τον πλανήτη, εάν ανατραπούν οι λεπτές ισορροπίες.

Η πολιτική της στρατηγικής υπομονής του προέδρου Ομπάμα, δεν στηριζόταν στην υπομονή αλλά στα οπλικά συστήματα και στις όλο και σκληρότερες κυρώσεις εναντίον της Πιονγκγιάνγκ.

Η στάση του Trump στο θέμα της Βόρειας Κορέας ήταν λιγότερο ξεκάθαρη, καθώς από το 1999 μέχρι τις εκλογές του 2016 οι δηλώσεις του έδιναν μικτά μηνύματα. Τον Απρίλιο του 1999 είχε πει σε συνέντευξη στην εκπομπή Meet the Press,  ότι θα διαπραγματευτεί «σαν τρελός» με την Βόρεια Κορέα εάν εκλεγεί πρόεδρος. Σχεδόν ένα χρόνο μετά, τον Ιανουάριο του 2000, στη Μινεσότα κατά τη διάρκεια της τότε προεκλογικής του εκστρατείας χαρακτήριζε τη Βόρεια Κορέα ως τη μεγαλύτερη απειλή για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ενώ σε διάφορες αναρτήσεις του στο τουίτερ είχε χαρακτηρίσει τον Kim Jong-un ως «μανιακό που κάθεται πάνω σε πυρηνικά».

Τον Μάιο του 2016, λίγους μήνες πριν εκλεγεί τελικά πρόεδρος, είχε πει ότι θα καθόταν στο ίδιο τραπέζι με τον Κιμ για να λύσουν τις διαφορές τους, κάτι που επανέλαβε ακόμα και όταν απειλούσε να πνίξει τη Βόρεια Κορέα σε «βροχή φωτιάς».

Ο πρόεδρος Trump ακολούθησε την πολιτική της μέγιστης πίεσης ανακοινώνοντας νέες σκληρότερες κυρώσεις εναντίον της Πιονγκγιάνγκ και απαιτώντας πλήρη καταστροφή του πυρηνικού οπλοστασίου πριν οι ΗΠΑ συμφωνήσουν σε διαπραγμάτευση.

Οι ΗΠΑ μάλιστα, επέβαλλαν κυρώσεις  εναντίον ρωσικών, γεωργιανών και κινέζικων εταιρειών που σχετίζονταν με τη Βόρεια Κορέα, ακόμα και κατά τη διάρκεια των χειμερινών Ολυμπιακών αγώνων, όταν οι δύο Κορέες είχαν συμφωνήσει σε συναντήσεις και κοινές εμφανίσεις στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Αν και είναι ξεκάθαρο ότι τα βέλη του προέδρου Trump στόχευαν κυρίως την Κίνα, τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Βόρειας Κορέας, και η Βόρεια Κορέα δεν ήταν παρά ένα μέσο πίεσης ώστε να εκβιάσει οικονομικές διαπραγματεύσεις με τους Κινέζους, είναι σημαντικό να εξετάσουμε πως φτάσαμε στην συνάντηση κορυφής της 12ης Ιουνίου 2018.

Στο δεύτερο μέρος θα εξετασουμε τις σχέσεις ΗΠΑ και Βόρειας Κορέας στην εποχή του του Τραμπ

North Korea- USA : will this be the end of the last Cold War front?

UPDATE:

On May 24, President Trump  cancelled his planned summit with the North Korean leader, Kim Jong-un, blaming his decision on a threatening statement from Pyongyang.The statement in question is the reaction of North Korea to Jonh Bolton’s suggestions that the ‘Libyan model” could be the basis of talks with Pyongyang. It is still not clear if the decision to cancel the meeting will be final.

Just a few months ago the US and North Korea seemed dangerously closed to conflict, with Donald Trump and Kim Jong Un exchanging strong insults and threats.
The latest episode in this ‘war of words’ took place last March, when Trump, during his speech to the United Nations General Assembly, called Kim Jong Un “rocket man” and said that Kim’s actions “show that he appears to be on a suicide mission”. He even warned the North Korean Leader that if the U.S. ever felt threatened, it would “have no choice but to totally destroy North Korea.” Kim replied to this comment by calling Trump a “mentally deranged U.S. dotard”.
Any meeting between the two leaders seemed unthinkable at that point.
Then, in early May, the date and location of the historic meeting between Donald Trump and Kim Jong Un was announced: the two leaders will meet in Singapore on June 12 and Singapore had confirmed the meeting. The country was chosen as a safe, neutral location where North Koreans can travel visa-free and where both the US and North Korea have embassies.
So how did we reach this point and what is there to expect?
The media labeled the rapprochement of the two Koreas, and the “charm offensive” of Kim Jong Un towards Donald Trump and the international community, as extraordinary. But this should not be a surprise to anyone following closely the North Korean developments over the past years.
Since 2012, when Kim Jong Un took power, he took a new economic approach, introducing agricultural reforms that allowed farmers to sell the surplus of their production for private use, favouring the expansion of the middle class, and testing new ideas in the production and supply chains. At the same time, the North Korean leader has been hinting at intentions for a rapprochement with the South, that would eventually lead to ending hostilities in the Korean peninsula.
He made these intentions even more clear during the past three years through informal contacts.
On many occasions, he has conveyed that he would be ready to discuss with the US if provocations and hostile acts could come to a halt. However, the persistence of the US administration to get into talks only if Pyongyang suspends nuclear and missile tests as a pre-condition delayed any diplomatic solution and have led to war mongering rhetoric from both sides.

5b02b9fb1e0000c1048e6261

Kids playing in a backstreet in the outskirts of Pyongyang.

Political recognition and an end to US hostility has been a constant demand of the Kim administration for the past thirty years. In this goal the country had adhered to the 1994 US-North Korea Agreed framework, under which Pyongyang committed to freezing its illicit plutonium weapons program in exchange for aid and political recognition.
Although the deal collapsed in 2002, after President Bush took office, the Six Party Joint Statement Agreement was achieved in 2005, under which Pyongyang would abandon its nuclear and missile program and would allow international inspections. As a result, the country was promised a non-aggression pledge from the US, humanitarian aid, fuel, and a commitment that both the US and North Korea would “negotiate a permanent peace regime on the Korean Peninsula.”
Unfortunately, this agreement collapsed when Washington did next to nothing to implement its commitments to humanitarian aid and reconciliation.
In January 2018, Pyongyang announced that North Korea will participate in the 2018 Winter Olympics in PyeongChang in South Korea with both athletes and a delegation. Both Koreas entered the Opening Ceremony marching under the Korean Unification Flag and they competed as a single united team in women’s ice hockey.
While the media were looking for hidden agendas, the two Koreas surprised the world, when two months later, on April 27th, an intra-Korean summit took place (for the first time in eleven years) in Panmunjon. North Korean leader Kim Jong Un and South Korea’s President Moon Jae-in signed the Panmunjon Declaration, restoring the “sunshine policy” of the 1998-2007 period. The Declaration contained concrete pledges for joint economic, cultural, and sport projects, family reunifications and a commitment for a complete end to all hostile acts, phased disarmament, and ultimate denuclearization of the peninsula, although no concrete action plan was announced.
It is still early to assume how this summit will affect North Korea’s economy, but it seems that modernizing infrastructure will play an important role in current and future agreements. The Korean Herald reported that the leaders of South and North Korea discussed the possibility of building a railway across the Korean Peninsula to better connect the North via the South’s high-speed train system. This was also hinted by the South’s Korea Railroad Corp. CEO Oh Young-sik when he told reporters that the company is preparing for the possibility that the two Koreas will agree to restart the South-North railway project during the inter-Korean summit.
In a media-driven world, the effect of the Panmunjon summit was immediate. It transformed Kim’s image from that of a comic book villain to a normal and respectable state leader.
The meetings with China and the impasse of maximum pressure policy
Following the summit with the South Korean President, Kim Jong-un visited Beijing to hold talks with Chinese President Xi Jinping. This was his second meeting with the Chinese President, following the first one that took place on 25th March, a month ahead of the Panmunjon meeting.
Both meetings between Kim and Xi have helped improved ties with China and strengthened North Korea’s negotiation position with both the US and South Korea. This was an opportunity for China to reassert its vital role in North Korean politics and shifted its position back to its semi-supportive approach to North Korea. It seems plausible that Kim negotiated terms with President Xi before the meeting with South Korea’s President and the upcoming summit with Donald Trump. As an exchange, the Chinese president might have offered the easing of sanctions, especially unilateral sanctions against North Korea, as well as political and economic support.
This would have weakened US policy of maximum pressure as it would isolate President Trump if he wish to return to this approach.
The Libyan model and the North Korean issue
On May 16, North Korea has threatened to cancel the summit with President Trump as well as talks with South Korea, arguing that US-South Korea military exercises underway are a provocation. According to Pyongyang, the inclusion of the B-52s flights in joint military exercises and not the exercises themselves, indicate that both President Trump and President Moon are not committed to the peace process in the Korean peninsula.
Pyongyang’ threats to cancel the meeting was also a reaction to the earlier suggestions of Trump National Security Advisor John Bolton that Libya could serve a model for managing North Korean disarmament, giving up the weapons program in exchange of economic aid and sanctions relief.
North Korea might fear that President Trump will come to the summit with an ultimatum to disarm in exchange of aid or face more sanctions and war.
North Korean vice-foreign minister Kim Kye-gwan made it clear that aid and economic investments will not lure Pyongyang in an agreement. In a statement the vice minister said that “If the Trump administration takes an approach to the DPRK-U.S. summit with sincerity for improved DPRK-U.S. relations, it will receive a deserved response from us. However, if the U.S. is trying to drive us into a corner to force our unilateral nuclear abandonment, we will no longer be interested in such dialogue and cannot but reconsider our proceeding to the DPRK-U.S. summit.”
This reply prompted President Trump to clarify that his administration is not pursuing the “Libyan model” for North Korea and said that arrangements for the summit are still underway. The US President also added that North Korea will “get protections that are very strong” if Pyongyang deals on its nuclear program and that Kim will “be running the country” and North Korea “would be very rich.”
It seems that those statements will ease tensions for the time being and the summit might take place- unless President Trump or Kim Jong-un decides to cancel it.
It is still too early to conclude that Trump has decided to ignore Bolton’s advice or that this is a manoeuvre, to entertain Pyongyang’s suspicions over the Libyan model idea.

5b02bb282000006705b92248

A traffic lady stands next to a bus in downtown Pyongyang
What is certain is that both countries define denuclearization in a different way. The US is pushing for full denuclearization, while for Pyongyang nuclear weapons are a negotiating card and its chance for survival. The North Korean leader has invested politically and economically in the nuclear program and it seems very unlikely that he will commit to a full denuclearization at this stage.
No matter how small or big the gains will be for both sides, if a summit takes place it will definitely be the start of a longer US-North Korea conversation and an agreement — albeit modest — will occur that both sides can claim as a “victory.”