Blog (in Greek)

Όταν συναινείς στην εκμετάλλευση σου…

Χτες ανέβασα μια ανάρτηση στη σελίδα μου στο ΦΒ – η οποία προς έκπληξη μου διαβάστηκε πολύ. Αφορούσε μια περίπτωση παιδεραστίας που είχα δει στη Μανίλα το 2014, όταν ζούσα και εργαζόμουν στις Φιλιππίνες. Αρκετοί έσπευσαν να πουν ότι φωτογράφιζα την υπόθεση του πρώην βουλευτή της ΝΔ Ν. Γεωργιάδη – κάτι το οποίο δεν ισχύει φυσικά. Πάντα θα με εκπλήσσει το πως ερμηνεύει ο καθένας μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης…

Τελοσπάντων, δεν έχει και μεγάλη σημασία, καθώς η ουσία βρίσκεται αλλού. Η υπόθεση που ανέφερα στο προφίλ μου, συνέβη στη Μανίλα, πριν 5 χρόνια. Για όσους δεν γνωρίζουν, η Μανίλα είναι μια δύσκολη πόλη. Σε κάθε στιγμή που θα αποφασίσεις να βγεις από την πλαστή ευημερία των προνομιούχων με τους μεγάλους φράχτες στα σπίτια και τους ιδιωτικούς αστυνομικούς στις πύλες, θα έρθεις αντιμέτωπος με την πραγματικότητα που θέλεις να αγνοείς: τα εκατομμύρια εκείνων που η ετήσια ανάπτυξη του 7% έχει αφήσει τελείως απέξω. Ή Μανίλα είναι από τις λίγες πόλεις που έχω ζήσει, όπου οι κοινωνικές ανισότητες είναι τόσο έντονες, η ιεραρχία και η διάκριση σε αφέντες και υπηρέτες τόσο απόλυτα καθολική και αποδεχτή που αν περάσεις ένα εύλογο διάστημα στην πόλη, σου φαίνεται τόσο φυσιολογικό ώστε δυσκολεύεσαι να το αμφισβητήσεις.

Το βράδυ εκείνο λοιπόν, ενώ εμείς τρώγαμε στην ψαραγορά, ο πενηντάρης λευκός άντρας στο διπλανό τραπέζι ολοκλήρωνε τη συναλλαγή όπως γίνεται σε κάθε επιχειρηματική συμφωνία. Η ανθρώπινη σωματεμπορία στην χειρότερη της μορφή, η αγοραπωλησία ενός παιδιού μπροστά στα μάτια σου, σαν μια πράξη καθημερινή, απλή όπως ακριβώς θα αγόραζες τα ψάρια ή τα πλαστικά παιχνίδια από το διπλανό κιόσκι. Και όλοι ξέρουν και όλοι συναινούν, το παιδί, οι συνοδοί του, οι σερβιτόροι, εμείς…
Κάθε χρόνο πάνω 12 εκατομμύρια άνθρωποι πωλούνται ως σκλάβοι παγκοσμίως. Το 2002 –που είναι και οι τελευταίες διαθέσιμες στατιστικές- 225 εκατομμύρια παιδιά είχαν είτε πέσει θύμα βιασμού, είτε είχαν οδηγηθεί στην πορνεία. Μόνο στις Φιλιππίνες τα παιδιά που βρίσκονται στα δίκτυα της παιδικής πορνείας υπολογίζονται στα 60 με 100 χιλιάδες.

Και όμως, ποτέ άλλοτε όσο στην εποχή μας, ο κόσμος δεν ήταν τόσο ενημερωμένος για την εμπορία ανθρώπων: διεθνείς καμπάνιες από  μεγάλες μη κυβερνητικές οργανώσεις και οργανισμούς, κυβερνήσεις που πιέζονται όλο και περισσότερο να περάσουν νόμους κατά της εμπορίας ανθρώπων, χολιγουντιανές ταινίες με θέμα την ανθρώπινη σκλαβιά, και σταρ διεθνούς εμβέλειας να στέλνουν μηνύματα κ να ηγούνται πρωτοβουλιών κατά του “trafficking”.

Γιατί όμως τα νούμερα μειώνονται ελάχιστα; Γιατί παρ’όλη την ευαισθητοποίηση είχαμε από το 2008 μέχρι το 2012 μόνο μια μείωση 2 τοις εκατό στα παιδιά θύματα της καταναγκαστικής εργασίας; 

Υπάρχει λοιπόν ένα πρόβλημα εδώ, που ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να αγγίξουμε την ρίζα του. Ίσως γιατί  το πρόβλημα δεν είναι οι ακραίες μορφές εκμετάλλευσης όπως η εμπορία ανθρώπων και παιδιών, αλλά  είναι το ίδιο το οικονομικό μας σύστημα.  Η σωματεμπορία παιδιών αλλά και ενηλίκων-όσο αηδιαστική και καταδικαστέα και αν είναι, όσο και αν εξοργίζει κάθε λογικό άνθρωπο- δεν είναι παρά η ακραία έκφανση της εργασίας. Και όσο εστιάζουμε στην ακραία αυτή μορφή εκμετάλλευσης, προσπαθώντας να την  καταπολεμήσουμε με καμπάνιες και νόμους, τόσο αφήνουμε αλώβητο το σύστημα που την γεννάει και την τρέφει.
Στην καπιταλιστική οικονομία, η εργασία είναι ένα προϊόν, το οποίο μπορεί να αγοραστεί και να πωληθεί κατά το δοκούν, αρκεί και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνούν στην αγοραπωλησία. Μπορεί δηλαδή  να πουληθεί φθηνά ή ακριβά, αρκεί ο εργάτης να δώσει τη συγκατάθεση του. Η σωματεμπορία αποτελεί και την ακραία μορφή αυτής της συμφωνίας, ακριβώς επειδή το ένα από τα δύο μέρη –στην περίπτωση μας ο «εργάτης»- δεν έχει συμφωνήσει στην «πώληση» της εργασίας του.  Αυτή τη μορφή κάθε νοήμων άνθρωπος καταδικάζει και εκατομμύρια δολάρια δαπανώνται κάθε χρόνο σε καμπάνιες πρόληψης και προγράμματα αποκατάστασης από ανθρωπιστικές οργανώσεις και διεθνείς οργανισμούς.

Τι γίνεται όμως όταν στην αληθινή ζωή, το θύμα συναινεί στην εκμετάλλευση του; Όταν ο φτωχός εργάτης δέχεται να πουληθεί σκλάβος γιατί έχει χάσει τη γη του και το μόνο κεφάλαιο που έχει να πουλήσει είναι ο εαυτός του; Τι ισχύει όταν μια απελπισμένη οικογένεια δίνει την συγκατάθεση της  να στείλει  το δωδεκάχρονο παιδί της σε κάποιον «συγγενή» γνωρίζοντας ότι πιθανόν θα καταλήξει στο πεζοδρόμιο, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να ξεχρεώσει τα χρέη και να ταΐσει τα υπόλοιπα παιδιά; Που είναι η γραμμή μεταξύ ελεύθερης βούλησης και εξαναγκασμού; Το δωδεκάχρονο παιδί είναι θύμα σωματεμπορίας γιατί ως ανήλικος δεν μπορεί να συναινέσει όμως ο θύτης είναι η μητέρα που θα δεχτεί να το πουλήσει, ο συγγενής που θα το παραλάβει, ο σιωπηρός παρατηρητής, ο υποψήφιος αγοραστής ή το σύστημα που οδηγεί τους ανθρώπους να συναινούν στην εκμετάλλευση τους γιατί απλά δεν τους παρέχει καμία άλλη επιλογή επιβίωσης;  Και αν το ίδιο παιδί σε έξι χρόνια που τυπικά θα είναι ενήλικας, δεχτεί να «πουληθεί» ως εργάτης σε κάποιο εργοστάσιο σε συνθήκες σκλαβιάς ή ως πόρνη σε κάποια πρωτεύουσα με αντάλλαγμα τα χρέη της οικογένειας του, ποιος θα είναι πάλι ο θύτης;
 Ο βασικός όρος του «συμβολαίου» που νομιμοποιεί και την συμφωνία – η συγκατάθεση και των δύο μερών-έχει εκπληρωθεί.

Και μέσα σε αυτό ζοφερό πλαίσιο, ποια μπορεί να είναι η δική μας στάση;Τι άλλο υπάρχει εκτός από εκθέσεις ιδεών στα κοινωνικά δίκτυα για ανατροπή συστήματος και καλέσματα για επανάσταση που δεν θα έρθει ποτέ; Στο δικό μας μικρόκοσμο, στη δική μας καθημερινότητα, στη δική μας εργασία την οποία πουλάμε ακριβά ή φθηνά, στη δική μας εκμετάλλευση, στο δικό μας αξιακό σύστημα όπου γινόμαστε θύτες και θύματα, εκεί ας δοκιμαστούμε…

Η επιστροφή…

Κάθομαι στο σαλόνι, στο πατρικό μου σπίτι και διαβάζω τα μαθήματα μου. Είμαι στη τελευταία τάξη του δημοτικού, έχω κάνει τις εργασίες μου και νοιώθω μια γλυκιά περηφάνια καθώς τακτοποιώ τη τσάντα μου. Τότε χτυπάει το τηλέφωνο. Ο μπαμπάς τρέχει να το σηκώσει-κάτι περίεργο για τον πατέρα μου που πάντοτε αργούσε ν’ απαντήσει στα τηλέφωνα- και τον παρατηρώ. Διακρίνω μια ανεπαίσθητη έκφραση πόνου στο πρόσωπο του και κάτι λέει τόσο σιγά που δεν μπορώ ν’ ακούσω. Διαισθάνομαι ότι κάτι κακό συνέβη κι αρχίζω να πανικοβάλλομαι. Κατάλαβα ότι το τηλέφωνο ήταν για τη γιαγιά μου και αυτομάτως σκέφτομαι ότι πέθανε.

Εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα τον κόσμο μου να καταρρέει. Με τον παιδικό μου εγωισμό, δεν αισθάνθηκα πόνο για τη γιαγιά που πέθανε αλλά τρόμο στην ιδέα ότι ο μπαμπάς μου θα κλάψει. Σκέφτηκα ότι θα είναι στεναχωρημένος, κι ένα κύμα ανασφάλειας και φόβου με περικύκλωσε. Αν ο μπαμπάς δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει το θάνατο της γιαγιάς, ήμουν τελείως απροστάτευτη και χαμένη.

-Μπαμπά θα κλάψεις; ρώτησα με αγωνία.

Χαμογέλασε, μου χάιδεψε το κεφάλι, -Όχι κορίτσι μου, είπε ήρεμα.

Η απάντηση αυτή, έφτανε για ν’ αποκαταστήσει τη τάξη στο παιδικό μου μυαλό. Όλα ήταν όπως πριν λοιπόν, ο πατέρας μου μπορούσε να με προστατέψει ακόμα κι από τη σκιά του θανάτου.

Πολλά χρόνια μετά, βρίσκομαι πάλι στο πατρικό μου σπίτι. Κάθομαι δίπλα στο κρεβάτι του μπαμπά και βλέπουμε την αγαπημένη του σειρά, το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι». Τώρα είναι εκείνος το παιδί κι εγώ ο ενήλικας. Το ταξίδι της επιστροφής του έχει ξεκινήσει. Κάθε μέρα, κάθε ώρα ο μπαμπάς επιστρέφει πίσω, γίνεται νέος, έφηβος, μωρό, για να φτάσει στη γη των παιδικών του χρόνων και να ενωθεί με το χώμα και τη θάλασσα.

Ο θάνατος, βρίσκεται μαζί μας σ’ αυτό το δωμάτιο, κοιμάται στο προσκεφάλι μας, κρύβεται μέσα στα λόγια που λέμε και σε όσα δε λέμε. Επιμένω να διηγούμαι στον μπαμπά τι γίνεται στην οικογένεια Όλσεν, χωρίς να είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνει τι λέω. Είμαστε όλοι εκεί, δεν κλαίμε, δεν παραπονιόμαστε, καθόμαστε γύρω από το νεκρικό κρεβάτι όπως καθόμασταν τις Κυριακές στο οικογενειακό τραπέζι.

Σφίγγω το χέρι του μικρού μου γιού καθώς ψιθυρίζω στον πατέρα μου το τελευταίο αντίο. Ο μικρός με κοιτάει.

-Μαμά θα κλάψεις; ρωτάει με αγωνία. Τώρα έχει καταρρεύσει ο δικός του κόσμος.
Του χαϊδεύω τα μαλλιά.

-Όχι αγόρι μου, δε θα κλάψω.

Νοιώθω το παιδικό χεράκι να χαλαρώνει στο δικό μου, με αγκαλιάζει, είναι ήρεμος. Ξέρει τώρα ότι η δική του μαμά, μπορεί να τον προστατέψει από τη σκιά του θανάτου.

Όταν πέθανε ο μπαμπάς, αυτό που χάθηκε μαζί του ήταν η προσωπική του ιστορία. Όσα αγάπησε, όσα λαχτάρισε, όσα ονειρεύτηκε και όσα γνώρισε. Σκέψεις, όνειρα, ελπίδες, άνθρωποι.
Όλα χάνονται μαζί, όταν τελειώσει ο χρόνος μας, κι αυτό είναι το αναπόφευκτο μονοπάτι που πρέπει να διανύσουμε μόνοι.

Ίσως τελικά ο φόβος του θανάτου, να πηγάζει ακριβώς από αυτή τη συνειδητοποίηση, ότι μαζί με το θάνατο χάνουμε το παρελθόν μας, χάνουμε ένα κομμάτι της ιστορίας μας με κάθε αγαπημένο που θρηνούμε. Και κάποτε θα έρθει η στιγμή, που θα χαθεί για πάντα κι αυτό που υπήρξαμε εμείς , αλλά δεν θα έχει μείνει κανείς να διηγηθεί την μοναδική μας ιστορία..

Το μικρό χεράκι που κρατούσα εκείνες τις μέρες -που το τέλος του πατέρα μου πλησίαζε- ήταν τελικά εκείνο που μου έδειξε το δρόμο. Εάν έπρεπε να κάνω κάτι, αυτό ήταν πρώτα από όλα να διδάξω στο παιδί μου πως πρέπει να στεκόμαστε απέναντι στο θάνατο. Να τον αντιμετωπίζουμε χωρίς να καταρρεύσει ο κόσμος μας.

Δεν είναι εύκολο να αντιμετωπίσεις το ύψιστο αυτό γεγονός του τέλους. Δεν είναι εύκολο να πεις αντίο σε ό,τι αγάπησες και ν’ αποδεχτείς την ανυπαρξία του αγαπημένου σου και αργότερα την δική σου. Όμως πάνω στον μεγάλο χάρακα του χρόνου, η ζωή μας δεν είναι παρά ένα μικρό φως που φωτίζει τη δεδομένη στιγμή που ζούμε. Το πριν και το μετά δεν υπάρχει, είναι σκοτεινό, είναι άγνωστο, είναι ανύπαρκτο. Πρέπει να συγκεντρωθούμε σ’ αυτή την μικρή δεσμίδα φωτός, όσο ακόμα είναι ορατή.

Θα κάνουμε το ταξίδι του τέλους μόνοι αλλά η πορεία μας μέχρι εκεί, ας μην είναι μοναχική.

Εμείς οι άνθρωποι, μέσα στον εγωισμό και την αυτό-αναφορικότητα που μας διακρίνει, απαιτούμε πολλά από τη ζωή αλλά δίνουμε ελάχιστα. Θεωρούμε την ευτυχία ως αναφαίρετο δικαίωμα, σπαταλάμε πολύτιμο χρόνο προσπαθώντας να ελέγξουμε τα πάντα, εστιάζουμε τόσο πολύ στο τι συμβαίνει έξω από εμάς, χωρίς να βλέπουμε ότι η δύναμη και η αδυναμία μας είμαστε εμείς.

Καθώς βαδίζουμε όλοι το δρόμο της επιστροφής, ίσως το μοναδικό δώρο που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας είναι να επιστρέψουμε χωρίς ενοχές, τύψεις και μισές επιθυμίες.

«Κι αν μια μέρα ή μια νύχτα, ερχόταν ένας δαίμονας και γλιστρούσε μέσα στην υπέρτατη μοναξιά σου και σού έλεγε: «Αυτή τη ζωή, όπως την έζησες και τη ζεις ως τα τώρα, πρέπει να την ξαναρχίσεις από την αρχή, και να την ξαναρχίζεις αδιάκοπα….» *

Αλήθεια τι θα απαντούσαμε; Θα μας τρομοκρατούσε η ιδέα να ξαναζήσουμε την ίδια ζωή;

Θα ζητούσαμε μια δεύτερη ευκαιρία για να ζήσουμε όσα θέλαμε αλλά δε τολμήσαμε, για να πούμε τα σ ‘αγαπώ που αφήσαμε μισά, για ν’ αγκαλιάσουμε εκείνους που αγαπήσαμε αλλά δεν προλάβαμε, για ν’ ακολουθήσουμε τα όνειρα που φοβηθήκαμε;

Κι αν ο δαίμονας αυτός δεν έρθει ποτέ να μας ρωτήσει, θ’ αφήσουμε τα σ ‘αγαπώ μισά και τις αγκαλιές μας άδειες;

*Φ. Νίτσε, Χαρούμενη Επιστήμη, αφορισμός 341, σελ. 206. Μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, εκδόσεις Νησίδες

Τα βιβλία…


Πριν λίγες μέρες πέρασα έξω απο την παλιά δανειστική βιβλιοθήκη στην γειτονιά που μεγάλωσα. Το κτήριο, εμφανώς καταπονημένο απο το χρόνο και την εγκατάλειψη, δεν θυμιζε σε τιποτα βιβλιοθήκη. Μόνο η σκουριασμένη επιγραφη είχε απομείνει, με τα μισα γράμματα , κάποτε χρωματιασμένα έντονο μπλε, να ξεθωριάζουν τώρα στον ήλιο.

Τα εγκαταλελειμμένα κτήρια διατηρούν μια παράξενη γοητεία. Είναι ίσως το γεγονός ότι η ιστορία τους έχει ξεχαστεί και όπως οι άνθρωποι που φέυγουν, έτσι και αυτα καταδικάζονται στην λήθη. Αυτό που ήταν η βιβλιοθήκη, οι άνθρωποι που της έδιναν ζωή, είχε πια χαθεί και εμειναν μόνο τα φθαρμένα μάρμαρα της εισόδου να θυμίζουν τις πατημασιές των αναγνωστών που κάποτε διάβηκαν το κατώφλι της.

Έμεινα να κοιτάζω την βιβλιοθήκη για ώρα. Αναρωτήθηκα τι να έγιναν όλα εκείνα τα βιβλία που έκρυβε μέσα της. Θυμήθηκα τα σιδερένια της ράφια που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζαν μαγικά, γιατί άνοιγαν την πόρτα σε έναν κόσμο γεμάτο θαύματα, έναν κόσμο που μπορούσα έστω και για λίγο να βρω γαλήνη, φίλους και αποδοχή.

Εναν κόσμο που γινόταν δικός μου και κανείς δεν θα μου τον έπαιρνε.

Οταν κοιτάω πίσω τα χρόνια μου, σκέφτομαι ότι στα βιβλία χρωστάω τα πάντα. Για να είμαι ειλικρινής τα βιβλία μου έσωσαν την ζωή.

Μεγαλώνοντας σε μια λαική συνοικία της Αθήνας η σχέση με τα βιβλία δεν ήταν δεδομένη. Στο σχολείο οι διακρίσεις ήταν έντονες. Κάποια παιδιά, πιο κοινωνικά, πιο εξωστρεφή με γονείς που είχαν καλύτερες δουλειές και χρήματα, κέρδιζαν τις καρδιές και την αποδοχή των δασκάλων, τα υπόλοιπα ήταν απλά ανύπαρκτα.

Εαν μάλιστα ήσουν και εντελώς αδέξιος κοινωνικά και με δυσκολίες να εκφραστείς όπως ήμουν εγω, δεν είχες καμιά ελπίδα.

Στα παιδικά μου χρόνια έμαθα να γίνομαι αόρατη. Να κρύβομαι όχι μόνο ως φυσική παρουσία αλλά κυρίως να κρύβω τι σκέφτομαι, τι θέλω και τι νιώθω. Στα διαλείμματα έτρεχα να βρω καταφύγιο στην πίσω αυλή, κάτω απο ένα μεγάλο δέντρο ώστε τα αδιάκριτα μάτια των δασκάλων και των συμμαθητών να μην με βρουν. Να μην καταλάβει κανείς ότι δεν είχα φίλους, να μη μαντέψει κανείς τι σκέφτομαι και τι νιώθω. Ετρεχα να κρυφτώ απο την απόρριψη χωρίς να συνειδητοποιώ τότε ότι πρώτη απο όλους απέρριπτα εγω τον εαυτό μου.

Κρατούσα το στόμα μου ερμητικά κλειστό, προσπαθούσα να μαντέψω τι ήθελαν οι άλλοι απο μένα και όταν κάθε προσπάθεια να βρω ένα αντιστάθμισμα πήγε χαμένη αποφάσισα ότι έφταιγα έγω για όλα.

Θυμάμαι ήταν Πάσχα όταν ήρθε να μας επισκεφθεί ενας μακρινός ξάδερφος. Για μένα ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Στο σπίτι είχαμε σπάνια επισκέψεις, δεν επιτρεπόταν να έρθουν φίλοι –κάτι που δεν με επηρρέαζε άμεσα αφου έτσι και αλλιώς φίλους δεν είχα- δεν πηγαίναμε ούτε εμείς πουθενά και περνούσα τον χρόνο μου καθισμένη στα σκαλιά της ταράτσας να κοιτάω τους περαστικούς.

Ο ξάδερφος μας έφερε δώρα και, ανυπόμονη, άνοιξα το δικό μου. Δεν ήταν παιχνίδι όπως ήλπιζα αλλά βιβλίο. Απογοητεύτηκα λίγο αλλά δεν είπα κάτι. Εκείνος με εβαλε να υποσχεθώ ότι θα το διαβάσω και μόλις το τελιώσω θα μου φέρει και άλλα.

Μόλις γύρισα απο το σχολείο και αφου ξεμπέρδεψα με ότι είχα να κάνω, ξεκίνησα το διάβασμα. Το πρώτο μου εξωσχολικό βιβλίο ήταν Τα παιδικά χρόνια του Μαξιμ Γκόργκυ. Και όμως ναι, μπήκα απευθείας στα βαθιά, ήμουν 10-11 χρονών και κρατούσα στα χέρια μου έναν απο τους μεγαλύτερους και βαθιά πολιτικοπιημένους Ρώσους συγγραφείς του 20ουαιώνα.

Ρούφηξα το βιβλίο σαν καθαρό νερό. Ταξίδεψα μαζί με τον συγγραφέα του στις στέππες και στα χωριά της Ρωσίας, ένιωσα τον πόνο του, την απόρριψη, ταυτίστηκα με τον αγώνα του. Δάκρυσα όταν ανακάλυψα ότι το επίθετο του, Γκοργκυ, σημαίνει στα ρώσικα πικρός και αναφερόταν στα πικρά του παιδικά και νεανικά χρόνια.

Το ταξίδι αυτό συνεχίστηκε στην μικρή βιβλίοθήκη του Δήμου. Εμπαινα στο κτήριο με αγωνία. Στα ράφια εκατοντάδες βιβλια, παλιά και ταλαιπωρημένα αλλα ένας ανεξαντλητος θησαυρός που μπορούσες να αγγίξεις ακόμα και αν δεν είχες ούτε μια δραχμή στην τσέπη. Εκεί διάβασα τις ιστορίες του Παπαδιαμάντη και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα το βάρος που έφερε φύλο και η καταγωγή μου.

Ερχόμουν απο το σχολείο και έτρεχα να διαβάσω τα βιβλία μου. Ενας ολόκληρος κόσμος ανοιγε τις πύλες του και με υποδεχόταν. Οι μικροί ήρωες του έγιναν οι φιλοι που με περίμεναν κάθε μέρα, είχαμε το μυστικό μας ραντεβού στη σιδερένια σκάλα της ταράτσας.

Επαιζα μαζί τους παιχνίδια φαντασίας, ζούσα τις περιπέτειες τους, τους μιλούσα και εγω. Τους έλεγα τις μικρές μου στεναχώριες και τα μεγάλα μου μυστικά, τους φόβους και τα όνειρα μου. Τους έλεγα πόσο ήθελα κάποτε να φύγω και εγώ μαζί τους στις μαγικές χώρες που ταξίδευαν, να δω τα θαύματα που έβλεπαν, να ξεφύγω απο τη μιζέρια της φτωχής μου γειτονιάς, τις κοροιδίες και τις ακυρώσεις.

Και ετσι σιγά σιγά ανακάλυψα και άλλα πλάσματα σαν εμένα, λίγο αδέξια, λίγο ντροπαλά, λιγο μοναχικά, λίγο απροσάρμοστα. Ξαφνικά δεν ήμουν μόνη, ήμασταν πολλοί και ήταν εντάξει, ναι ήταν εντάξει. Ο κόσμος είχε χώρο και για εμάς.

Και έτσι σιγα σιγά έμαθα να αγαπάω τους ανθρώπους, να τους εμπιστεύομαι, να συγχωρώ και κυρίως να τους καταλαβαίνω. Πήρε καιρό, χρόνια πολλά να καταλάβω πόσο ευάλωτοι είμαστε όλοι, πόσο φοβισμένοι και πόσο μόνοι. Ερχόμαστε στον κόσμο σαν μικρα γυμνά πλάσματα και παλεύουμε όλοι μας τη ζωη να αντιπαρέρθουμε στη θνητότητα μας και στο αναπόφευκτο τέλος μας. Και σε αυτό τον δανεικό χρόνο που μας δίνεται λοιπόν, και που είναι τόσο λίγος, πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε αλλά κυρίως να μάθουμε να αποδεχόμαστε την αγάπη.

Αργησα πολύ και ακόμα μαθαίνω. Οταν όμως καποιες φορές, πολλές φορές, όλα μοιάζουν δύσκολα και νιώθω ότι χάνομαι όπως τότε, ξέρω που θα βρω τους φίλους μου. Και θα είναι εκεί, να μου δείξουν τον δρόμο και να με ταξιδέψουν πάλι όπως τότε…

Έξοδος Κινδύνου…

Ντάκα, Μπαγκλαντές

Η βροχή θόλωνε τα τζάμια σχηματίζοντας λεπτές γραμμές στα παράθυρα του κίτρινου ταξί.

Κολλάω το πρόσωπο μου στο παγωμένο τζάμι προσπαθώντας να ξεκλέψω λίγες στιγμές του δρόμου. Τα κορναρίσματα είναι τόσο δυνατά που ασυναίσθητα κάνω έναν μορφασμό πόνου.

Δεκάδες, εκατοντάδες, ούτε και εγώ ξέρω πόσοι, άνθρωποι διασχίζουν βιαστικά τους κεντρικούς δρόμους.

Ακροβατούν δίπλα σε λακκούβες λάσπης, προσπερνώντας ξαπλωμένα σκυλιά και αποστεωμένα κοτόπουλα που τρέχουν πανικόβλητα να προστατευτούν από τα πόδια των περαστικών.

Παιδιά σχεδόν γυμνά τρέχουν και αυτά δίπλα από τα κοτόπουλα, απλώνουν το χέρι στους περαστικούς, ζητάνε φαγητό και χρήματα, κάποιες στιγμές θυμούνται ότι είναι παιδιά και παίζουν στην λάσπη ανάμεσα στα σκουπίδια που λιώνουν στον ήλιο κ την βροχή.

Ξαφνικά ένα χέρι χτυπάει με φόρα το τζάμι του ταξί.

Τινάζομαι πίσω σαν να με χτύπησε ρεύμα και καρφώνω το βλέμμα μου στα βρώμικα νύχια που ξύνουν βασανιστικά το παράθυρο.

Ένας σκελετωμένος άντρας μου φωνάζει σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω, χτυπάει το τζάμι, νιώθω ότι με κατηγορεί για κάτι.

Ο οδηγός του ταξί ελίσσεται ανάμεσα στο πλήθος και απομακρυνόμαστε.

Θέλω να ανοίξω το παράθυρο μου, χρειάζομαι λίγο αέρα αλλά η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική, μυρίζει ανθρώπινο ιδρώτα, υγρασία και τηγανητό φαγητό.

Βρίσκομαι στη Ντάκα, την πόλη που θαρρείς πως έχει μαζέψει όλη τη δυστυχία του ανθρώπου στα σπλάχνα της.

Γιατί είμαι εδώ; Πως το σκέφτηκα να έρθω, να γράψω μια ιστορία και να φύγω;

Εδώ δεν υπάρχει έξοδος κινδύνου και εγώ έχω μια κάμερα, ένα εισιτήριο επιστροφής και ένα καθαρό δωμάτιο στο ξενοδοχείο να με περιμένει.

Το ταξί με οδηγεί στα δυτικά της πόλης.

Ένα ποτάμι διασχίζει σπίτια φτιαγμένα από λαμαρίνες και καλάμια ανάμεσα σε σαπισμένα λάστιχα, χαλασμένα φρούτα, γυαλιά και πλαστικά μπουκάλια.

Κοιτώντας καλύτερα παρατηρώ ότι το ποτάμι δεν έχει νερό.

Δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό εκεί μέσα.

Μια παρέα νεαρών διασκεδάζει πετώντας πέτρες σε ένα γέρικο σκυλί.

Το σκυλί δεν κλαίει, δεν αντιστέκεται, μοιάζει να έχει αποδεχτεί την μοίρα του.

Σε κάθε πέτρα αφήνει μια παραπονεμένη φωνούλα, τόσο μικρή που θα έλεγες ότι είναι ένα μωρό που αναστενάζει στον ύπνο του.

Το αίμα που τρέχει από τις πληγές μεθάει τους βασανιστές του που πετάνε κραυγάζοντας όλο και πιο πολλές πέτρες.

Σκέφτομαι ότι αν η κόλαση υπάρχει, θα μοιάζει με αυτόν εδώ τον τόπο.

Έχω έρθει να συναντήσω τη Σουράνα.

Ο συνεργάτης μου έχει κανονίσει να μας δώσει συνέντευξη για το θέμα που ετοιμάζαμε σχετικά με τις γυναίκες που ζουν στους δρόμους της Ντάκα.

Ήταν μια ωραία ιδέα που θα συνδυάζαμε με μια σειρά θεμάτων για την ημέρα της Γυναίκας και τα δικαιώματα τους στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Καθώς πλησιάζει σκέφτομαι ότι πρέπει να έχει γίνει κάποιο λάθος.

Είναι πολύ μικροκαμωμένη και αδύνατη, σχεδόν παιδί.

Δεν είναι δυνατόν να μας μιλήσει ένα παιδί, δεν γίνεται να είναι αυτή η Σουράνα με την συγκλονιστική ιστορία που με τόσο πάθος μου διηγήθηκε ο Αζιφ.

Η Σουράνα χαμογελάει, παρατηρώ ότι τα μπροστινά της δόντια είναι κίτρινα και σπασμένα, το πρόσωπο της κουρασμένο και μόνο το βλέμμα της μαρτυρά ότι είναι παιδί.

Όταν μιλάει για το χωριό της, τα μάτια της λάμπουν.

Εχει πέντε αδέρφια στο Κοξ Μπαζαρ, μου λέει για τον μικρό της αδερφό που έχει να δει 4 χρόνια, μου λέει για τη γλυκιά μυρωδιά της μαμάς της όταν κοιμόντουσαν το βράδυ αγκαλιά.

Πόσο της λείπει αυτή η μυρωδιά.

Την αφήνω να μιλήσει, κάνω νόημα στον Αζιφ να μην τη διακόπτει και να μεταφράσει μετά.

Όσο μιλάει δεν βρίσκεται στο βρώμικο ποτάμι με το ματωμένο σκυλί.

Είναι στην αγκαλιά της μητέρας της, δίπλα στον μικρό της αδερφό.

Η Σουράνα ήρθε στην Ντάκα όταν ήταν 11 χρονών.

Η μικρή γη που καλλιεργούσαν πλημύρισέ από την αλμυρή θάλασσα όταν χτύπησε ο τυφώνας. Η οικογένεια βρέθηκε χωρίς γη, χωρίς τίποτα. Τότε ο θείος της, πρότεινε να φέρει τη Σουράνα στη Ντάκα να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο.

Και έτσι τώρα, 4 χρόνια μετά, απλώνει το σκισμένο της σάρι στα βρώμικα πεζοδρόμια και πληρώνεται ένα δολάριο τον πελάτη.

Σε μια καλή μέρα μπορεί να δει και οκτώ με δέκα πελάτες.

Τα χρήματα τα παίρνει ο θείος της και η Σουράνα ελπίζει ότι στέλνει κάποια στους γονείς της και τα αδέρφια της.

Το κλικ της μηχανής και το φλας αστράφτει.

Την τραβάω μια φωτογραφία.

Η Σουράνα κρύβει ένα πνιχτό γέλιο  με το χέρι της.

Τελευταία ερώτηση και ένα ακόμα αστραφτερό κλικ.

“What makes you happy?” ρωτάω στα αγγλικά και ο Αζιφ μεταφράζει.

Δεν ξέρω γιατί κάνω αυτή την ερώτηση, μου ακούγεται τόσο παράταιρη, τόσο άσκοπη και θυμώνω με τον εαυτό μου.

Η Σουρανα όμως χαμογελάει.

Το βλέμμα της αστράφτει πάλι.

“Αν είμαι τυχερή και ο πελάτης έχει πολλά λεφτά θα με πάει σε ξενοδοχείο.

Και τότε θα ξαπλώσω σε πραγματικό κρεββάτι”.

Στο δρόμο της επιστροφής η κίνηση ακόμα έντονη.

Τα πολύχρωμα ρικσο με τους νυσταγμένους οδηγούς περιμένουν πελάτες και οι άστεγοι έχουν απλώσει πανιά στις άκρες των δρόμων για να περάσουν την νύχτα.

Τα γκαζάκια των μικροπωλητών τρεμοσβήνουν στο ανεπαίσθητο φύσημα του ανέμου.

Τσάι, ξηροί καρποί, μπανάνες, ανανάς και το φεγγάρι να φωτίζει το τσιμέντο. Από κάποιο μεγάφωνο η Σελίν Ντιον τραγουδάει για τη δύναμη της αγάπης ανάμεσα σε κορναρίσματα και ινδικά τραγούδια.

Στο λόμπι του ξενοδοχείου το BBC αναλύει την ευρωπαϊκή οικονομία.

Πρόσφυγες, φτωχοί, άστεγοι και οι Σουράνες αυτού του κόσμου.

Αλήθεια, που είναι η έξοδος κινδύνου;




Επιχείρηση Τρομοκρατία Α.Ε. στην Αφρική

To 2014 βρέθηκα στη ΒΑ Νιγηρία, σε μια περίοδο όπου οι επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους της Δυτικής Αφρικής – ευρύτερα γνωστό ως «Μπόκο Χαραμ»-ήταν σχεδόν καθημερινές. Τον Νοέμβριο του 2015 επισκέφτηκα το Νταλόρι, ένα χωριό 800 ανθρώπων, μόλις δέκα χιλιόμετρα από το Μαϊντουγκούρι, την πρωτεύουσα της επαρχίας Μπόρνο- η οποία μόλις είχε ανακαταληφθεί από τον νιγηριανό στρατό καθώς για χρόνια αποτελούσε το προπύργιο της Μπόκο Χαραμ. Όπως πάντα οι κάτοικοι μας υποδέχτηκαν με χαρά. Κάθισα με την ομάδα των γυναικών, πήρα αγκαλιά το νεογέννητο μωρό της Φατιμά η οποία μου το έδειχνε γεμάτη περηφάνεια και ξεκινήσαμε να συζητάμε. Ο Μαλίκ ήρθε με τον τετράχρονο γιο του που έβηχε και ζήτησε τη βοήθεια μας για να αγοράσει φάρμακα. Ο γιατρός μας εξέτασε το παιδί και υποσχεθήκαμε ότι θα φέρναμε τα φάρμακα στην επόμενη επίσκεψη.

Η επίσκεψη αυτή δεν έγινε ποτέ.

Λίγες μέρες αργότερα, το Νταλόρι είχε σβηστεί από το χάρτη. Οπλισμένοι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαραμ επιτέθηκαν με μηχανές και αυτοκίνητα γεμάτα εκρηκτικά. Επι τρεις ώρες έσφαζαν και έκαιγαν τους κατοίκους. Κύκλωσαν το χωριό, εγκλώβισαν όσους δεν πρόλαβαν να φύγουν, και σκότωσαν με μανσέτες και πολυβόλα 250 ανθρώπους. Δεκάδες παιδιά κάηκαν ζωντανά όταν οι τζιχαντιστες έβαλαν φωτιά στο σχολείο που είχαν καταφύγει για προστασία. Κατέστρεψαν τα σπίτια, πυροβόλησαν όλα τα ζώα, έκλεψαν τις σοδιές και όταν πλέον σιγουρεύτηκαν ότι δεν είχε μείνει κανείς ζωντανός έφυγαν.

Αν και το έγκλημα αυτό πέρασε στα ψιλά της διεθνούς ειδησεογραφίας – συνέπεσε και με τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, οι οποίες μονοπώλησαν το ενδιαφέρον-  δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Από το 2009 που δραστηριοποιείται η Μπόκο Χαραμ στη Νιγηρία, έχουν χάσει τη ζωή τους πάνω από 25,000 άνθρωποι, 2 εκατομμύρια είναι εσωτερικά εκτοπισμένοι και τουλάχιστον 200,000 είναι πρόσφυγες στις γειτονικές χώρες.

Συνολικά περισσότερα από 7 εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια για να επιβιώσουν καθώς λόγω του πολέμου δεν έχουν πρόσβαση στα χωράφια τους ή σε υπηρεσίες.

Η πάταξη της τρομοκρατίας στη Δυτική Αφρική υπήρξε ένας από τους βασικούς άξονες της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής πολιτικής στην περιοχή. Υπήρξε και η αφορμή για στρατιωτικές επιχειρήσεις και εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων που μετέτρεψαν το Σαχελ σε μια από τις  πιο ασταθείς περιοχές του πλανήτη.

Ψάχνοντας τρομοκράτες και ναρκωτικά

Ας πάμε λοιπόν 18 χρόνια πριν όταν οι επιθέσεις στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης άλλαξαν τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Τότε οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον « πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» από τον οποίο φυσικά δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός η Αφρική.

Το 2002 αξιωματικοί από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία των ΗΠΑ θα επισκεφθούν το Μάλι, το Τσαντ, τον Νίγηρα και την Μαυριτανία με σκοπό την δημιουργία ενός κοινού μετώπου κατά της τρομοκρατίας. Ένα χρόνο αργότερα το πρόγραμμα  Pan- Sahel Initiative  θα τεθεί σε εφαρμογή.

Αν και αρχικά το Πεντάγωνο ισχυρίστηκε ότι πρόκειται απλά για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, σύντομα εξελίχθηκε σε οργάνωση η οποία παρείχε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια στις χώρες του Σαχελ. Το 2004 η βάση του θα διευρυνθεί με τη συμμετοχή 11 αφρικανικών κρατών και θα μετονομαστεί σε Trans-Saharan Counterterrorism Initiative. Το 2007 θα επεκταθεί ακόμα περισσότερο με τη θέσπιση της Αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης στην Αφρική (AFRICOM), -στην οποία θα ενσωματωθούν όλα τα προηγούμενα σχήματα. Μόνο για το διάστημα 2009-2013 οι ΗΠΑ διέθεσαν 288.000.000 δολάρια για να ενισχύσουν μέσω των οργανώσεων αυτών τις ειδικές δυνάμεις του Τσαντ, του Μάλι, της Μαυριτανίας και του Νίγηρα. Εκατοντάδες εκατομμύρια  ακόμα δαπανήθηκαν για την διατήρηση στρατιωτικών βάσεων στην περιοχή, την αγορά ελικοπτέρων, τη διάνοιξη δρόμων και την απαλλοτρίωση της γης ώστε να διεξάγονται οι στρατιωτικές ασκήσεις.

Μεταξύ 2014 και 2016 η AFRICOM και η CENTCOM (η αντίστοιχη στρατιωτική διοίκηση για τη Μέση Ανατολή) έλαβαν από το Πεντάγωνο 496.000.000 δολάρια για να διεξάγουν επιχειρήσεις κατά του εμπορίου ναρκωτικών- τα έσοδα του οποίου θεωρείται ότι εξοπλίζουν τις τρομοκρατικές ομάδες της περιοχής.

Τα χρήματα προορίζονταν για την εκπαίδευση της αστυνομίας των χωρών της δυτικής Αφρικής και την δημιουργία μονάδων κατά των ναρκωτικών. Όπως όμως αποδείχτηκε ένα χρόνο μετά, τα χρήματα αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ για την ενδυνάμωση της τοπικής αστυνομίας.

Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ήταν σε θέση να πει πως και που δαπανήθηκαν.  Σύμφωνα με έκθεση του γενικού επιθεωρητή του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ , τόσο η  AFRICOM όσο και η  CENTCOM δεν παρείχαν στοιχεία για τη χρήση των χρημάτων και δεν ήταν σε θέση να εξηγήσουν αν έγιναν εκπαιδευτικά προγράμματα ή όχι. Πάνω από 4 εκατομμύρια δολάρια ξοδεύτηκαν για να αγοραστούν φορητοί ασύρματοι στην αστυνομία της Σενεγάλης, οι οποίοι όμως δεν παραδόθηκαν ποτέ. Τουλάχιστον 128.000.000 που προορίζονταν για εκπαιδευτικά προγράμματα της AFRICOM και της CENTCOM παρέμειναν αναξιοποίητα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια δαπανήθηκαν για να χτιστούν τάξεις για τους αστυνομικούς στο Νίγηρα, τις οποίες όμως κανείς ποτέ δεν είδε.

Και ενώ  το Πεντάγωνο δαπανά τεράστια ποσά για αντι-ναρκωτικές δράσεις στην Αφρική που δεν έγιναν ποτέ, το εμπόριο των ναρκωτικών  αυξάνεται συνεχώς με τα 2/3 της κοκαΐνης που παράγεται στην Λατινική Αμερική να διοχετεύεται στην Ευρώπη μέσω της Δυτικής Αφρικής.

Τα χρήματα  κατά των ναρκωτικών  στην Αφρική, δεν είναι παρά ένα μέρος των αμύθητων ποσών που δαπανούν οι ΗΠΑ για την πάταξη της τρομοκρατίας. Το 2013 το Πεντάγωνο ενέκρινε την δημιουργία βάσης  μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) στο Agadez του Νίγηρα – για την οποία δαπανήθηκαν  100,000,000 δολάρια και το κόστος της αναμένεται να φτάσει τα 280,000,000 μέχρι το 2024. Σε αυτό το ποσό δεν περιλαμβάνονται μισθοί και έξοδα λειτουργίας της βάσης. Από το 2016 μέχρι σήμερα εκατοντάδες επιθέσεις με drones έχουν γίνει από τη βάση αυτή στη Λιβύη καθώς και εναντίον στόχων της Μπόκο Χαραμ στη Νιγηρία και το Μάλι. Παρόμοιες βάσεις υπάρχουν σε διάφορα σημεία τη Δυτικής Αφρικής, όπως στην πρωτεύουσα της Μπουρκίνα Φάσο, Ouagadougou, όπου σύμφωνα με τον Craig Whitlock της Washington Post, η επιχείρηση με κωδικό όνομα Greek sand,  έλαβε χώρα το 2012 και προέβλεπε τη δημιουργία βάσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών τα οποία πετούσαν στο Μάλι και τη Μαυριτανία φτάνοντας μέχρι τη Βόρεια Αφρική. ΄

Και  ενώ όλες αυτές οι βάσεις δημιουργήθηκαν στο όνομα της πάταξης της τρομοκρατίας, οι επιθέσεις δεν έχουν μειωθεί και η Μπόκο Χαραμ – όπως και δεκάδες άλλες μικρότερες τρομοκρατικές οργανώσεις- συνεχίζουν την δράση τους στην περιοχή χωρίς κανένα σημάδι αποδυνάμωσης.

Το Νοέμβριο του 2018, τουλάχιστον 100 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε επιθέσεις της Μπόκο Χαραμ και 15 κορίτσια απάχθηκαν από τους ισλαμιστές. Τον ίδιο μήνα 7 υπάλληλοι της γαλλικής εταιρείας Foraco εκτελέστηκαν στο  Νίγηρα.

 Ένα χρόνο πριν 4 Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε ενέδρα στο Νίγηρα χωρίς να είναι ξεκάθαρο τι έκαναν εκεί. Οι Αμερικανοί πολίτες ανακάλυψαν έκπληκτοι ότι η χώρα τους έχει τουλάχιστον 1000 στρατιώτες στο Νίγηρα.  Όπως φαίνεται την ίδια «έκπληξη» είχαν και οι γερουσιαστές Lindsey Graham και Chuck Schumer, οι οποίοι παρότι συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιτροπές του πενταγώνου, δήλωσαν ότι δεν είχαν ιδέα ότι υπήρχαν Αμερικανοί στρατιώτες στο Νίγηρα…

Είναι οι φυσικοί πόροι, ανόητε…

Γιατί λοιπόν οι εξοπλισμοί εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν σφαγές όπως εκείνη στο Νταλόρι, να προστατέψουν τους Αμερικανούς  στρατιώτες  ή να προλάβουν έστω και κάποιες τρομοκρατικές επιθέσεις; Μάλλον γιατί ο κύριος λόγος της παρουσίας των αμερικανών στρατιωτών στην Αφρική, δεν είναι η πάταξη της τρομοκρατίας ή των ναρκωτικών αλλά κάτι άλλο.

Το τι είναι αυτό, το είπε ο αντιναύαρχος Robert Moeller, υποδιοικητής της AFRICOM, δηλώνοντας στις 19 Φεβρουαρίου του 2008 ότι ο κύριος σκοπός της στρατιωτικής διοίκησης των ΗΠΑ στην Αφρική, είναι «να προστατεύσει την ελεύθερη διέλευση των φυσικών πόρων της Αφρικής στις διεθνείς αγορές». Ο ίδιος μάλιστα, το 2010 έγραφε «Ας το ξεκαθαρίσουμε. Η δουλειά της AFRICOM είναι να προστατέψει τις ζωές των Αμερικανών πολιτών και να προωθήσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ».

Εάν λοιπόν αφήσουμε τις μεγαλόστομες δηλώσεις περί ασφάλειας και σταθερότητας – που έτσι και αλλιώς είναι βασικές προϋποθέσεις για την εκμετάλλευση πρώτων υλών- φαίνεται ότι οι φυσικοί πόροι της Αφρικής- αλλά και ο ανταγωνισμός με την Κίνα για την χρήση των πόρων αυτών – είναι η κινητήριος δύναμη της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην ήπειρο.

Σύμφωνα με μελέτη του 2010 της αμερικανικής Γεωλογικής Υπηρεσίας, η λεκάνη της λίμνης του Τσαντ, έχει 2.32 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, 4.50 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου και 391 εκατομμύρια βαρέλια υγρού φυσικού αερίου, τα οποία έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον Ευρώπης και ΗΠΑ αλλά και της Κίνας και της Ιαπωνίας. 

Η πρόσφατη ανακάλυψη πετρελαίου στη Σενεγάλη, οδήγησε στη δημιουργία consortium πολυεθνικών που όλες μαζί εκμεταλλεύονται τα κοιτάσματα. Υπολογίζεται ότι η παραγωγή πετρελαίου που αναμένεται να ξεκινήσει το 2021, θα φτάσει τα 130,000 βαρέλια την ημέρα. Την εκμετάλλευση έχει  αναλάβει η Cairn, μια εταιρεία με έδρα το Λονδίνο, σε συνεργασία με την αμερικανική Kosmos energy – με έδρα το Τέξας- η οποία εκμεταλλεύεται ήδη τα κοιτάσματα φυσικού αερίου που βρέθηκαν στα νερά μεταξύ Σενεγάλης και Μαυριτανίας. Η Kosmos συνεργάζεται με την BP και την γαλλική Total για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου ενώ η Cairn  με την αυστραλιανή Woodside Petroleum για την εξόρυξη του πετρελαίου. Παράλληλα η Παγκόσμια Τράπεζα, το 2017 , έδωσε δάνειο 29 εκατομμυρίων δολαρίων στην κυβέρνηση της Σενεγάλης ώστε να στελεχώσει τις κυβερνητικές υπηρεσίες που θα διαπραγματευτούν τα δικαιώματα πετρελαίου με τις πολυεθνικές.

Και φυσικά, ας μην ξεχνάμε την Γαλλία, όπου με το πρόσχημα της επιχείρησης Barkhane για την πάταξη της τρομοκρατίας, διατηρεί μεγάλη στρατιωτική παρουσία στο Μάλι, το Νίγηρα και το Τσαντ. Τα συμφέροντα της Γαλλίας είναι λίγο πολύ γνωστά, καθώς η Γαλλική Areva, εκμεταλλεύεται μονοπωλιακά τα κοιτάσματα ουρανίου στο Νίγηρα. Και είναι μάλλον σύμπτωση ότι ο πρόεδρος του Νίγηρα, Mahamadou Issoufou, είναι πρώην στέλεχος της Areva…

Η δίψα για φυσικούς πόρους και ο ανταγωνισμός με την Κίνα- η οποία αυξάνει συνεχώς την επιρροή της στην Αφρική- έχει οδηγήσει σε μάλλον απρόβλεπτες συμμαχίες. Αμερικανοί στρατιώτες «φιλοξενούνται» στις γαλλικές στρατιωτικές βάσεις στο Νίγηρα ενώ πραγματοποιούν κοινές επιχειρήσεις στο Μάλι, στη Νιγηρία, στο Καμερούν, στο Τσαντ και στο Νίγηρα. Οι επιχειρήσεις αποσκοπούν στην πάταξη της τρομοκρατίας αλλά παράλληλα εξασφαλίζουν την ασφαλή εκμετάλλευση των πόρων και την απρόσκοπτη διέλευση τους από την Αφρική στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.  

Η προσφυγική κρίση  προσφέρει μια ακόμα δυνατότητα για την εντατικοποίηση της στρατιωτικής παρουσίας της Δύσης στην περιοχή, καθώς προβλέπονται τεράστια ποσά για την φύλαξη των συνόρων των χωρών του Σαχελ και τη δημιουργία κέντρων μεταναστών. Όλα αυτά  εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη παρουσία δυτικών χωρών στην περιοχή. Και όπως είναι φυσικό, τα χρήματα που δαπανώνται δεν δίνονται ποτέ χωρίς αντάλλαγμα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο , τα περιθώρια αντίδρασης είναι αρκετά περιορισμένα. Τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι πολύ μεγαλύτερα από όλους εμάς, τους πολίτες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ, που ζούμε σε ένα καθεστώς  ανασφάλειας το οποίο συνεχώς καλλιεργούν τα μέσα ενημέρωσης και οι κυβερνήσεις μας. Ένα καθεστώς φόβου για την ασφάλεια μας, οικονομικής αστάθειας και ξενοφοβίας. Και ο φόβος αυτός, μας εμποδίζει από το να δούμε τα αληθινά αίτια και απαιτήσουμε από τις κυβερνήσεις μας να λογοδοτήσουν.

Η αποδοχή

Είμαι 8 χρονών. Έχω μόλις μάθει να κάνω βουτιά και νιώθω πολύ περήφανη γι αυτό. Μπροστά μου ο μόλος φαντάζει απειλητικός και μαγικός συνάμα. Είναι ένα μέρος γεμάτο μυστήρια όπου τα μεγάλα παιδιά- τα μυημένα στα μυστικά του μόλου- μπορούν να πηδάνε πάνω από τα βράχια και να πέφτουν στα βαθιά νερά του κόλπου. Εκεί που εμείς τα μικρά δεν τολμούσαμε να πάμε.

Σήμερα όμως ήταν η σειρά μου. Θα έκανα  εγώ την βουτιά από το μόλο.

Με το βλέμμα μου αναζητώ τη μαμά μου. Θέλω να με δει σήμερα, θέλω να νιώσει περήφανη για μένα.  Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά; Άραγε πρόσεξε ότι είμαι πάνω στο βράχο; Μαμά, φωνάζω και της κάνω νοήματα με τα χέρια. Μαμά, κοίτα, κοίτα! Μαμααααα ακούω τη φωνή μου να με ακολουθεί καθώς πέφτω στο παγωμένο νερό. Νιώθω να βυθίζομαι και μια παράξενη παγωνιά με τυλίγει. Είμαι μέσα στο νερό, τα κατάφερα, πήδηξα από το μόλο.

Στην πρώτη ανάσα έξω από το νερό, ψάχνω τη μητέρα  μου.  Μαμά, πως τα πήγα; της φωνάζω. Μαμά, πες μου, τα κατάφερα;

Τα κατάφερα μαμά; ρωτάω καθώς βρίσκομαι ξαπλωμένη σε ένα κρεββάτι. Τα πάντα τώρα είναι διαφορετικά. Δεν είμαι πια 8 χρονών,  ο μόλος έχει εξαφανιστεί και δεν μπορώ πουθενά να διακρίνω τη μαμά μου. Κοιτάζω τα χέρια μου και δεν τα αναγνωρίζω. Δεν είναι δικά μου τα χέρια αυτά, είναι χέρια μιας γριάς γυναίκας. Και είναι τόσο αδύναμα, σα να μην έχουν πια ζωή να κρατήσουν.
Στην τελευταία μου ανάσα ψιθυρίζω, μαμά πες μου, τα κατάφερα;

Πετάγομαι ιδρωμένη από το κρεββάτι. Κοιτάζω γύρω μου, για λίγα λεπτά δεν μπορώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Ανάβω το φως και αγγίζω τα χέρια μου. Δεν είναι γερασμένα, είναι τα δικά μου, αυτά που αναγνωρίζω. Το παιδί μου μέσα στον ύπνο του σφίγγει τα μάτια του. Κλείνω πάλι το φως.  Τον σκεπάζω και ηρεμεί. Τα χέρια μου τρέμουν καθώς ακόμα ακούω σαν ηχώ τη φωνή μου να ρωτάει, μαμά τα κατάφερα;

Ήταν άραγε όνειρο όλο αυτό ή ένα ασυνείδητο ταξίδι στο παρελθόν και το μέλλον μου; Τι ακριβώς ρωτάω την μητέρα μου και τι περιμένω να μου απαντήσει; Στα οχτώ μου χρόνια ζητάω την αποδοχή της για το “κατόρθωμα” μου, τι της ζητάω όμως μέσα στο όνειρο λίγο πριν έρθει το τέλος; Μαμά πως τα πήγα τελικά; Τα κατάφερα;

Παίζει περίεργα παιχνίδια το μυαλό μας. Εκεί που  νιώθεις δυνατός, να ένα όνειρο έρχεται να σου θυμίσει τις τόσες αφανείς ημέρες που είχες κρύψει βαθιά μέσα σου. Και ξαναγίνεσαι αυτό το παιδί που αναζητά το μπράβο του γονιού του, το χέρι της μητέρας του να το αγκαλιάσει και να του πει ναι παιδί μου, τα πήγες καλά.

Νιώθω την απαλή ανάσα του γιου μου καθώς κοιμάται δίπλα μου. Τον παρατηρώ και σκέφτομαι όλες εκείνες τις φορές που ψάχνει το βλέμμα μου για αποδοχή. Που γεμάτος λαχτάρα με ρωτάει μαμά τα πήγα καλά;- λες και η δική μου απάντηση θα άλλαζε τη ροή του κόσμου του.

Μεγάλωσα και έγινα γυναίκα. Έτρεξα να φύγω μακριά από τις αφανείς ημέρες που ήθελα να ξεχάσω. Σε κάθε βήμα όμως μια φωνούλα μέσα μου ρωτούσε, μαμά τα κατάφερα; Και δεν μπορούσα να διακρίνω την απάντηση μέσα στο θόρυβο.

Μεγάλωσα και έγινα μητέρα. Και ξαφνικά σταμάτησα να ρωτάω αν τα κατάφερα γιατί ένα μικρό πλάσμα απαιτούσε να τα καταφέρω.

Μεγάλωσα και  νιώθω να χάνομαι στους ρόλους μου και στις απαιτήσεις τους.

Και ακόμα πιάνω τον εαυτό μου να ρωτάει τις νύχτες, τα  πήγα καλά μαμά; Τα κατάφερα;

Ημερολόγια Σενεγάλης: Λίγη μαγεία στη ζωή μας…

Στη γειτονιά μου υπάρχει ένα σχολείο. Κάθε πρωί βλέπω τα παιδάκια που πηγαίνουν εκεί. Κάποια φοράνε στολές – συνήθως βρώμικες- και άλλα, ρούχα που μοιάζουν τουλάχιστον ένα με δύο νούμερα μεγαλύτερα. Στις πλάτες τους έχουν τις παιδικές τους τσάντες, τα ποδαράκια τους σκονισμένα από το χώμα του δρόμου, τα μεγάλα αδέρφια κρατάνε τα μικρά από το χέρι και όλα μαζί περπατάνε χαρούμενα προς την τάξη τους. Συχνά τα βλέπω όταν σχολάνε να τρέχουν στα κιόσκια της γειτονιάς να αγοράσουν ψωμί να φάνε. Το τυπικό κολατσιό των παιδιών εδώ είναι ψωμί μέσα στο οποίο βάζουν μακαρόνια, πάστα κόκκινης πιπεριάς και κάποιες φορές παστό ψάρι. Συνήθως το συνοδεύουν με ένα μπολ από ξινόγαλο. Τα παιδιά κάνουν ουρά έξω από τα μαγαζάκια που πουλάνε το ξινόγαλο. Το αποθηκεύουν σε τσίγκινα δοχεία και με μια κουτάλα σερβίρουν τα μικρά. Επειδή τα χρήματα είναι λιγοστά- αλλά οι καρδιές μεγάλες- τα παιδιά συνήθως μοιράζονται αυτό το κολατσιό ανά 3-4. Κανείς δεν θα μείνει χωρίς να φάει έστω και μια δαγκωνιά από το ψωμί ή να πιεί λίγο ξινόγαλο.

Η ζωή είναι πάρα πολύ απλή. Δεν θα την έλεγα στερεοτυπικά φτωχική- αν και για τα δικά μας δεδομένα είναι – αλλά οργανωμένη σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο.

Το φαγητό είναι η καρδιά της κοινωνικής δομής. Δεν υπάρχει περίπτωση να μπεις σε αφρικανικό σπίτι και να μη σε κρατήσουν για φαγητό, ακόμα και αν αυτό που έχουν να προσφέρουν είναι μόνο ρύζι με νερό. Η ώρα επίσης που θα φας είναι κάτι πολύ σχετικό. Όταν σε καλέσουν σε ένα σπίτι δεν σου λένε τι ώρα να πας. Κάποια στιγμή θα πας μέσα στην ημέρα. Κάποια στιγμή θα φέρουν φαγητό- όποτε είναι έτοιμο, δεν έχει σημασία. Κανείς δεν βιάζεται, κανείς δεν ανυπομονεί. Εάν θέλεις μπορείς και να κοιμηθείς λίγο στον καναπέ ή στο πάτωμα περιμένοντας, δεν θα παρεξηγηθεί κανείς.

Και εκεί που πιστεύεις ότι δεν θα φας ποτέ, στρώνουν ένα σεντόνι στο πάτωμα, βάζουν μια πιατέλα στη μέση με κουτάλια και σε φωνάζουν να φας. Θα κάτσεις κάτω, θα φας αυστηρά με το δεξί χέρι (το αριστερό θεωρείται ακάθαρτο) και θα μοιραστείς το γεύμα με τους υπόλοιπους.

Το βασικό συστατικό κάθε φαγητού εδώ είναι το σπασμένο ρύζι το οποίο σερβίρεται συνήθως με κρέας κατσίκας και διάφορα μπαχαρικά. Πεντανόστιμο και χορταστικό- και με δεδομένο ότι θα φας μόνο μια φορά την ημέρα σε κρατάει πραγματικά μέχρι το επόμενο πρωί.

Το φαγητό στην αφρικανική κοινωνία είναι μέσο αδελφοποίησης. Όταν σε καλέσουν να φας με την οικογένεια, ξέρεις ότι πλέον σε θεωρούν μέλος της. Σε αντίθεση με τις δικές μας συνήθειες, εδώ δεν χρειάζεται να φέρεις κάτι όταν πας επίσκεψη. Οι κοινωνικές σχέσεις δεν στηρίζονται στα αγαθά αλλά στην αλληλοϋποστήριξη. Την επόμενη φορά θα πρέπει να κάνεις κ εσύ το ίδιο. Από τη στιγμή που πήγες στο σπίτι κάποιου κ φάγατε μαζί, έχετε κατά κάποιο τρόπο «αδελφοποιηθεί». Και αυτό σημαίνει ότι ο καινούριος σου φίλος και η οικογένεια του, θα είναι πάντα ευπρόσδεκτοι στο δικό σου σπίτι και κάθε στιγμή θα μπορούν να έρθουν να φάνε ή ακόμα και να κοιμηθούν αν βρεθούν σε ανάγκη.

Για εμάς τους δυτικούς, που έχουμε πλέον χάσει κάθε επαφή με την κοινότητα μας και τις ρίζες μας, όλο αυτό το σύστημα είναι πολύ δύσκολο να το κατανοήσουμε. Και αντιστρόφως είναι πολύ δύσκολο και για τον Αφρικανό να κατανοήσει τα δικά μας όρια και την ανάγκη μας για προσωπικό χώρο και χρόνο. Εδώ αν δεν απαντάς στα τηλέφωνα των φίλων σου – που θα σε πάρουν ότι ώρα θυμηθούν – θα τους δεις να χτυπάνε την πόρτα σου ακόμα και αν είναι μεσάνυχτα.

Από τις πρώτες μέρες εδώ – και παλιότερα στην Ουγκάντα και τη Νιγηρία- είχα αποφασίσει ότι θα έρθω χωρίς να περιμένω τίποτα. Θα αφήσω – όσο γίνεται- την δική μου ταυτότητα στην Ευρώπη και θα προσπαθήσω να παρατηρώ και να αποδέχομαι.

Δεν είναι όλα εύκολα. Με κουράζει η έλλειψη προσωπικού χώρου. Ένας γνωστός σε κάθε γειτονιά που αν περάσεις έξω από το σπίτι του πρέπει να μπεις μέσα να χαιρετήσεις. Και όταν εδώ σου λένε θα πάμε για λίγο, απλά μην το πιστεύεις. Το λίγο είναι τουλάχιστον μια ώρα – χρόνος που για τον μέσο Αφρικανό αντιστοιχεί σε δέκα λεπτά ευρωπαϊκού χρόνου….

Και ύστερα υπάρχει και όλη αυτή η πίεση όταν αρκετοί σε βλέπουν σαν προνομιούχο λευκό (που εκ των πραγμάτων είσαι) ή σαν το διαβατήριο για μια καλύτερη ζωή. Συχνά το όριο μεταξύ αλήθειας και φαντασίωσης γίνεται δυσδιάκριτο.

Αποφάσισα να τα αγνοήσω όλα αυτά και να μπω βαθιά στα μυστικά της αφρικανικής κουλτούρας. Και τι καλύτερος τρόπος να το κάνεις αυτό, από μια…τελετή μαγείας!

Το ραντεβού δόθηκε για τις 7 το απόγευμα. Μου έδωσαν τη διεύθυνση και μου είπαν να βρίσκομαι εκεί στην ώρα μου. Μπήκα στο ταξί με αγωνία. Για κάποιο λόγο περίμενα ότι θα διασχίσουμε ύποπτες συνοικίες, σκοτεινά δρομάκια και ερήμους όμως τελικά φτάσαμε μέσα σε δέκα λεπτά οδηγώντας απλά στην κεντρική λεωφόρο. Όταν το ταξί σταμάτησε, σχεδόν απογοητεύτηκα. Ήμασταν σε μια απλή γειτονιά όπου τίποτα δεν παρέπεμπε σε σκηνικό βουντού. Παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο, γυναίκες μετέφεραν μωρά στις πλάτες τους και ένα κοριτσάκι με κοτσιδάκια μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. Χτύπησα την πόρτα του σπιτιού που μου είχαν πει. Ίσως εδώ τα πράγματα να γίνονταν επιτέλους πιο μυστήρια. Μου άνοιξε μια χαμογελαστή γυναίκα και μου είπε να περιμένω σε ένα δωμάτιο. Δεύτερη απογοήτευση. Το δωμάτιο είχε μέχρι και τηλεόραση που έπαιζε την αφρικάνικη εκδοχή του MTV.

Κάθισα σε μια πολυθρόνα και περίμενα. Ο «μαραμπού», μου είπαν, ήταν σε επικοινωνία με τα πνεύματα και θα αργούσε λίγο. Ελπίζω να είναι αυτό, σκέφτηκα, και να μην τον έχει πάρει ο ύπνος τον μαραμπου και βρεθώ να περιμένω εδώ μέχρι το πρωί. Ευτυχώς οι φόβοι μου διαψεύστηκαν. Ένα τέταρτο αργότερα, ένας άντρας ντυμένος με ένα λευκό μανδύα ήρθε στο δωμάτιο. Κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου και μου είπε να τον ακολουθήσω σε ένα δωμάτιο που αντί για πόρτα είχε μια βαριά μπλε κουρτίνα. Μόλις μπήκα μέσα μια έντονη μυρωδιά μου προκάλεσε σχεδόν αναγούλα. Μύριζε καμένο ξύλο, αίμα και λιβάνι. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και αναρωτήθηκα πόσο θα αντέξω εκεί μέσα. Σε μια γωνια του δωματίου υπήρχαν πολλα ξύλινα αγάλματα που όμως ήταν όλα μισό καμένα. Στις υπόλοιπες γωνίες του χώρου υπήρχε άμμος ριγμένη στην οποία ξεχωριζαν υπολείμματα από οστά ζώων (έτσι ήθελα να πιστεύω δηλαδή). Μαχαίρια διαφόρων σχημάτων και χάντρες κρέμονταν παντού.

Ο μαραμπού έκατσε στη μέση του δωματίου και με κάλεσε να γονατίσω. Υπάκουσα χωρίς αντίρρηση. Αναψε φωτιά στην άμμο, μου ζήτησε το χέρι μου και άρχισε να ψέλνει κρατώντας με σφιχτα. Δεν τόλμησα να τραβήξω το χερι μου ακόμα και όταν άρχισε να με πονάει. Έπειτα πήρε ένα χαρτί και άρχισε να σημειώνει κάτι περίεργα σχήματα ψηλαφιζοντας την παλάμη μου. Έκλεισε τα μάτια και έριξε κάτι μικροσκοπικές πέτρες στη φωτιά. Μια περίεργη μυρωδιά γέμισε τα ρουθούνια μου και ένα αίσθημα νυστας με κατέκλυσε. Μου έτεινε μια μεγαλη ξυλινη κουταλα και μου είπε να δοκιμάσω. Το έκανα με αρκετό δισταγμό και στο μυαλό μου ήδη φανταζομουν ότι θα με βρουν αναίσθητη. Μάλλον είχα δει πολλές ταινίες γιατι εκτός από την ελαφριά νυστα και χαλάρωση δεν ένιωσα τίποτα άλλο.

Δεν ξέρω αν ο μαραμπού ήταν αληθινός μάγος και αν επικοινωνούσε οντως με τα πνεύματα. Άρχισε να μου μιλάει για τον πατέρα μου και τον θάνατο του, για τον γιο μου, για τη ζωή μου στην Ελλάδα. Ήξερε τόσα πολλά που ήταν αδύνατον να του τα έχει πει κάποιος.

Το αντάλλαγμα της μαντείας ήταν μια αναίμακτη “θυσία” που περιελάμβανε χουρμάδες και νούφαρα. Μου είπε ότι τα νούφαρα συμβολίζουν εμένα, χωρίς ριζες πουθενά αλλά πάντα επιπλέουν και ακολουθούν τη ροή του νερού.

Φεύγοντας από το σπίτι του μαραμπού το σκοτάδι ήταν πια βαθύ. Η γειτονιά σκοτεινή και απόκοσμη αλλά τα άστρα φωτεινά. Κοίταξα ψηλά για λίγο. Δεν έχω ιδέα αν όλα όσα έμαθα απόψε έβγαζαν νόημα σίγουρα όμως ήταν μαγικά. Όπως και η ίδια η ζωή, και ας μην βγάζει πάντα νόημα…