Blog (in Greek)

Ψευδαισθήσεις

– Αυτό το θέμα πρέπει να το κάνεις εσύ! η φωνή του αρχισυντάκτη μου, με έκανε σχεδόν να πέσω από την καρέκλα μου. Τον κοίταξα με απορία.

-Εσύ δεν έλεγες ότι θέλεις να κάνεις ένα δικό σου θέμα; γράψε για τους άντρες που κάνουν σεξ με άντρες . Τον ξανακοίταξα. Δεν πάει καλά, σκέφτηκα. Το πιο κλισέ θέμα που μπορεί να καλύψει κανείς σε αυτήν εδώ την πόλη, είναι αυτό. Και το έχουν κάνει όλοι! Άσε που ήταν και εντελώς άσχετο με τα ανθρωπιστικά ρεπορτάζ που κάναμε στο γραφείο.

-Βρες την ανθρωπιστική του γωνία, συνέδεσε το με την πρόσβαση στα αντιρετροϊκά και τις συμφωνίες εμπορίου. Απλά μη γράψεις καμιά δακρύβρεχτη ιστορία γιατί θα σε στείλω να καλύπτεις τα φιλανθρωπικά γκαλά των κυριών!

Εντάξει λοιπόν, σκέφτηκα, θα ξεκινήσω από την πιο συνηθισμένη και βαρετή ιστορία που υπάρχει και θα την κάνουμε πολιτικό θέμα…γιατί όχι!

Ο νεαρός με το όμορφο χαμόγελο και τα έντονα ζυγωματικά συστήνεται ως David. Είμαι σίγουρη ότι δεν τον λένε έτσι, αλλά δεν ρωτάω περισσότερα. Μας έφερε σε επαφή μια οργάνωση που στηρίζει εργαζόμενους στο σεξ και δέχτηκε να μας μιλήσει με τον όρο να μην δείξουμε το πρόσωπο του. Η πρώτη μας συνάντηση γίνεται στο καφέ ενός μεγάλου εμπορικού κέντρου. Έχω πολύ αγωνία μέχρι να τον δω. Για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο έχω ένα κακό προαίσθημα γι αυτή τη βραδιά και όταν επιτέλους έρχεται το χαμόγελο του με καθησυχάζει.

Το μπαρ στο οποίο εργάζεται βρίσκεται στην καρδιά της πόλης. Δεν είναι ένα απλό μπαρ. Αποτελεί σχεδόν προνόμιο να εργάζεσαι εκεί καθώς συγκεντρώνει πελατεία υψηλού επιπέδου. Παρατηρώντας τους υποψήφιους πελάτες και τα ποντίκια που τρέχουν τρομαγμένα να κρυφτούν πίσω από τα ψηλά σκαμπό της εισόδου, δυσκολεύομαι να το πιστέψω.
Ένας νεαρός άντρας με λευκό κουστούμι στέκεται στην πόρτα και με καλωσορίζει. Είναι εύκολο να μπω γιατί τα αγόρια και τα τρανς κορίτσια εδώ είναι για όλα τα γούστα, είτε είσαι γυναίκα είτε άντρας, εφόσον πληρώνεις κανείς δεν ρωτάει τίποτα.

Μια βαριά κόκκινη κουρτίνα καλύπτει την πρόσοψη προσθέτοντας μια νότα παρακμιακού Χόλιγουντ. Καθώς παραμερίζω το βελούδινο ύφασμα, νιώθω πως διασχίζω ένα αόρατο σύνορο. Αυτό που με χωρίζει από τους “κανονικούς” ανθρώπους. Όλους εκείνους που ζουν μισές ζωές και που όταν δεν πνίγουν την οργή τους στη σιωπή γυρίζοντας την πλάτη στο σώμα που ξαπλώνει για χρόνια δίπλα τους, έρχονται σε αυτά τα μέρη να κλέψουν λίγο πάθος.

Καθώς τα μάτια μου συνηθίζουν το σκοτάδι, ένα σχεδόν επικίνδυνο αίσθημα ξενοιασιάς και ελευθερίας με πλημμυρίζει. Έχει μια παράξενη γοητεία αυτό το μέρος, η ενέργεια του σε απορροφά , εδώ όλα επιτρέπονται, κανείς δεν θα σε κρίνει ακόμα και αν ξεδιπλώσεις τις πιο σκοτεινές επιθυμίες της ψυχής σου. Το φως είναι χαμηλό, τόσο όσο χρειάζεται να διακρίνεις αυτά που πρέπει και τίποτα περισσότερο. Να βλέπεις τα γυμνά σώματα, τα πολλά υποσχόμενα βλέμματα και να μην μπορείς να ξεχωρίσεις τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέμα.

Ένας κόσμος που το απαγορευμένο γίνεται προσιτό και όπου η επιθυμία για σεξ και χρήμα θέτει τους όρους. Πόσο ανατριχιαστικά εύκολο είναι τελικά να χαθείς μέσα στις ψευδαισθήσεις σου…

Μια εντυπωσιακή γυναίκα έρχεται δίπλα μου. Την κερνάω ένα τζιν με τόνικ και παραγγέλνω και για μένα. Προσπαθώντας να πω κάτι την ρωτάω πόσο χρονών είναι. Μου λέει ότι είναι 20 χρονών και είναι η πρώτη της εβδομάδα στη δουλειά. Δεν πιστεύω τίποτα από όσα μου λέει αλλά δεν με νοιάζει. Είναι όμορφη και λαμπερή και αυτό μου φτάνει. Την κερνάω και δεύτερο ποτό. Γελάω με τα αστεία της και δέχομαι τα κοπλιμέντα που μου κάνει. Ακουμπάει το χέρι της στον μηρό μου και αρχίζει να με χαϊδεύει. Η ατμόσφαιρα έχει βαρύνει αρκετά και κάθομαι εκεί σαν υπνωτισμένη. Δεν ξέρω καν αν θέλω να σταματήσω αυτό που γίνεται. Τα βελούδινα υφάσματα, η μουσική, τα σώματα που λικνίζονται γύρω μου έχουν κάμψει όλες τις αντιστάσεις. Κοιτάω προς το μπαρ και αντικρίζω τον David. Ξαφνικά θυμάμαι γιατί ήρθα, και σηκώνομαι απότομα από τη θέση μου. Ξέρω ότι αν δεν το κάνω τώρα, αυτό το μέρος θα με καταπιεί.

Ο David στέκεται πίσω από το ξύλινο μπαρ. Με υποδέχεται με μια μικρή υπόκλιση και με ρωτάει τι θα πιω. Δεν μπορώ να ξεκολλήσω το βλέμμα μου από το όμορφο, σχεδόν παιδικό πρόσωπο του. Είναι πολύ νέος για τη δουλειά που κάνει και αναρωτιέμαι πως κατέληξε εκεί. Και όσο και να ήθελα να αποφύγω τις δακρύβρεχτες ιστορίες, συνειδητοποιώ ότι η ζωή του, έχει μέσα όλα τα κλισέ που δεν ήθελα να γράψω. Ανισότητα, φτώχεια, μια οικογένεια που έχασε τη γη της, και ένα μικρό παιδί που αντί να πηγαίνει σχολείο, άφησε την αγροτική κοινότητα που μεγάλωσε για να καταλήξει σε αυτή την πρωτεύουσα που καταβροχθίζει κάθε όνειρο. Μια ασιατική μεγαλούπολη 12 εκατομμυρίων ψυχών, μια ανερχόμενη οικονομία, μια πόλη και μια ζωή χωρίς ελπίδα διαφυγής. Η δική του ιστορία, μικρή και ασήμαντη όπως και η ύπαρξη του. Ένα σώμα που προσφέρει μια πρόσκαιρη ανακούφιση σε όποιον μπορεί να πληρώσει.

Κοιτάω τον David στα μάτια. Έχω πληρώσει για την ώρα του και μπορώ να κάνω ότι θέλω. Μπορώ να μείνω εκεί, να φύγω μαζί του, να φωνάξω την νεαρή τρανς γυναίκα που με είχε εντυπωσιάσει και να τους ζητήσω ότι θέλω, αρκεί να πληρώσω για την ώρα τους. Μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι τα λεφτά μου, σε αυτή την φτωχική χώρα τους, θα τους βοηθήσουν και έτσι να νιώσω ότι επιτελώ κάποιο είδος κοινωνικού έργου. Η να μη βρω καμία δικαιολογία, επειδή μπορώ και δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανένα. Και μπορώ απλά να αφεθώ στη μουσική, στα glitter , στα λόγια που λέγονται ψιθυριστά και να μη σκεφτώ τίποτα άλλο.

Ο David κάνει μια εργασία, προσφέρει ένα προϊόν- τον εαυτό του- το οποίο μπορεί να αγοραστεί και να πουληθεί φθηνά ή ακριβά, αρκεί να δώσει τη συγκατάθεση του. Δεν είναι θύμα σωματεμπορίας, τουλάχιστον όχι στο τυπικό μέρος της ιστορίας του. Είναι ένα νεαρό αγόρι που “συναινεί”. Αυτή η λέξη με τρομάζει..

Τι γίνεται λοιπόν όταν το θύμα συναινεί στην εκμετάλλευση του; Όταν δέχεσαι να πουληθείς γιατί το μόνο που σου έχει απομείνει να πουλήσεις είναι ο εαυτός σου; Που είναι η γραμμή μεταξύ ελεύθερης βούλησης και εξαναγκασμού; Ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης; Φταίει εκείνος που δέχεται να πουληθεί, η οικογένεια που ξέρει αλλά δεν μιλάει, ο σιωπηρός παρατηρητής, ο υποψήφιος αγοραστής ή το σύστημα που οδηγεί τους ανθρώπους να συναινούν στην εκμετάλλευση τους γιατί απλά δεν τους παρέχει καμία άλλη επιλογή επιβίωσης; 

Ξημερώνει. Ένα αχνό βιολετί φως μας σκεπάζει. Σε λίγο οι πρώτες ανελέητες ηλιαχτίδες θα φωτίσουν τον δρόμο. Η βαριά κόκκινη κουρτίνα χάνει την χολιγουντιανή της λάμψη. Τώρα μοιάζει με σκηνικό ενός φτηνού θεάτρου. Άδεια μπουκάλια μπύρας, πεταμένα προφυλακτικά και σκουπίδια. Η μυρωδιά απο το φτηνό αλκοόλ, μπερδεύεται με το τηγανητό φαγητό και τα ανθρώπινα ούρα. Αδέσποτα σκυλιά τριγυρίζουν ανάμεσα στις βιτρίνες εκλιπαρώντας με το βλέμμα για λίγο φαγητό.
Για μια τελευταία φορά η κουρτίνα ανοίγει και ο David εμφανίζεται. Σαν ξεπεσμένος πρωταγωνιστής που αναζητά το τελευταίο χειροκρότημα. Απομακρύνεται μέχρι που η μορφή του χάνεται μέσα στις σκιές του δρόμου.

Τώρα επιστρέφω και εγώ στον δικό μου μικρόκοσμο. Εκεί που όλοι είμαστε τελικά θύτες και θύματα…

Το σκοτεινό δωμάτιο

Η ιστορία αυτή γράφτηκε για πρώτη φορά το 2011 όταν είχα μόλις μετακομίσει στην Ουγκάντα. Την αναδημοσιεύω εδώ γιατί θα ήθελα να παραμείνει να μου θυμίζει πάντα όσα είδα, όσα έκανα και όσα δεν έκανα

To λευκό αυτοκίνητο με οδηγό τον Μπεν ήταν στην ώρα του. Ο νεαρός με υποδέχτηκε μ’ ένα λαμπερό χαμόγελο και μου άνοιξε την πόρτα. Θα ήταν ο οδηγός και ο συνοδός μου εκείνη την ημέρα και θα πηγαίναμε στην περιοχή Mutengo μια από τις πιο υποβαθμισμένες παραγκουπόλεις της Καμπάλα.

Ημουν ήδη στην Ουγκάντα δύο εβδομάδες και πάλευα να βρω μια καλή ιστορία που θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή του μέσου Ευρωπαίου. Σκεφτόμουν ότι η ιστορία μου πρέπει να έχει συναίσθημα και αφρικανικό χρώμα και λίγο δράμα ώστε να συγκινήσει αλλά σίγουρα και ένα θετικό μήνυμα ώστε να ταυτιστεί το κοινό και να νοιώσει δικαίωση.

Σήμερα, όταν θυμάμαι αυτές τις ανοησίες ντρέπομαι, τότε όμως ήμουν πολύ σίγουρη για τον εαυτό μου…

Σκαρφάλωσα στο αυτοκίνητο ενθουσιασμένη. Αστειευόμουν με τον Μπεν και κοιτούσα έξω απο το παράθυρο. Η Καμπάλα απλωνόταν μπροστά μας και το ραδιόφωνο έπαιζε αφρικανικούς ρυθμούς. Γυναίκες ντυμένες με πολύχρωμα υφάσματα έστηναν πάγκους με πρασινοκόκκινα μάνγκο και σκούρα αβοκάντο, γελαστά πιτσιρίκια μας χάριζαν φαφούτικα χαμόγελα και ενθουσιάζονταν όταν τα χαιρετούσα πίσω απο το τζάμι.

Καθώς κοιτούσα τους ανθισμένους κήπους, τις μπανανιές που τέντωναν τα φύλλα τους στον πρωινό ήλιο και το κόκκινο χρώμα των δρόμων σκεφτόμουν πως ναι μου αρέσει η Αφρική

Τουλάχιστον αυτό που μέχρι εκείνη την στιγμή θεωρούσα ότι είναι η «Αφρική»…

Καθώς όμως απομακρυνόμασταν από τους πλούσιους λόφους, η πόλη άλλαζε, το κόκκινο των λόφων έδινε τη θέση του σε ρυάκια λάσπης, οι πράσινες μπανανιές κιτρίνιζαν.

Ξαφνικά η πόλη ξεδίπλωνε μπροστά μας το αληθινό της πρόσωπο.

Αφήσαμε την κεντρική αρτηρία, και μπήκαμε στις παραγκουπόλεις.

Η οριοθέτηση του δρόμου πλέον δεν υπήρχε. Λάσπη και σκουπίδια γίνονταν ένα με τις πόρτες των πλίθινων κτισμάτων και των τσίγκινων παραπηγμάτων. Σκυλιά με θολωμένο βλέμμα και ανοιχτές πληγές περιφέρονταν δίπλα σε γυμνά μωρά που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στη ζωή μέσα στα σκουπίδια.

Άνθρωποι κουρασμένοι με βρώμικα ρούχα και σκοτεινό βλέμμα μας κοιτούσαν με καχυποψία.

Παιδιά με διογκωμένες κοιλιές, αδύνατες κουρασμένες γυναίκες, αγόρια που κουβαλάνε παλιοσίδερα, άντρες που επιδιορθώνουν παλιά λάστιχα.

Εδω νόμιζες ότι ο χρόνος έχει σταματήσει.

Εχω κολλήσει το πρόσωπο μου στο τζάμι και κοιτάω έξω. Η μουσική ακούγεται σαν παραφωνία και θέλω να κλείσω τ’ αυτιά μου να μη την ακούω.

Ο Μπεν, παρκάρει το αυτοκίνητο σ’ ένα ξέφωτο και μου κάνει νόημα να βγω.

Δεν θέλω να κατέβω, νοιώθω ότι το τζάμι που με χωρίζει απ’ αυτή την πραγματικότητα, με προστατεύει.

Αμίλητη κατεβαίνω κι ακολουθώ τα βήματα του Μπεν. Μου λέει να προσέχω που πατάω και να είμαι συνεχώς κοντά του. Διασχίζουμε δρόμους που χάνονται ανάμεσα σε σκουπίδια και τσίγκινες λαμαρίνες. Ξαφνικά νοιώθω να με ακουμπάει κάτι μαλακό και προλαβαίνω να δω έναν τεράστιο αρουραίο που χάνεται ανάμεσα στα πόδια μου.

Τρομάζω και προσπαθώ να ισορροπήσω καθώς το πόδι μου βουλιάζει στη μαλακή κολλώδη λάσπη. Αυτό που παταώ δεν είναι δρόμος, δεν είναι χώμα, είναι ένα μακρύ ποτάμι απο στάσιμα νερά, ανθρώπινα περιττώματα και ούρα.

Με τον ήλιο να καίει η ατμόσφαιρα γίνεται αποπνικτική.
Ο αέρας μυρίζει χαλασμένο φαγητό, εμετό και καμμένα σκουπίδια.
Ψηλά χόρτα φυτρώνουν ανάμεσα στα σπίτια και παιδικές φιγούρες κρύβονται πίσω τους.
Οι σπόροι του κεχριού χρυσίζουν στον ήλιο καθώς στεγνώνουν δίπλα στα πλίθινα κτίσματα.

Όσο πλησιάζουμε τα σπίτια η μυρωδιά γίνεται ανυπόφορη. Ένας ανοιχτός αγωγός αδειάζει το περιεχόμενο του στον χωμάτινο δρόμο δημιουργώντας ρυάκια μολυσμένης λάσπης.
Ξυπόλυτα παιδιά τρέχουν στη βρώμικη λάσπη, μια σκελετωμένη κατσίκα μασάει κάποια φύλλα ενώ ένα μικρό κορίτσι, γεμίζει ένα δοχείο νερό από τη διπλανή γούρνα…

Στο σπίτι, μας περίμενε η Τζούντιθ.
Ένα πλίθινο κτίσμα ενός δωματίου, μια σπασμένη καρέκλα κι ένα στρώμα κατάχαμα.
Δίπλα, μια βρώμικη λεκάνη και ένα κομμάτι ύφασμα.
Μια μπάλλα φτιαγμένη από ξεραμένα φύλλα μπανάνας κι ένα παλιό παππουτσάκι μαρτυρούσαν την ύπαρξη ενός παιδιού.
Με τα μάτια μου ακόμα τυφλωμένα από το έντονο φως του ήλιου, δυσκολεύομαι να διακρίνω κάτι άλλο στο δωμάτιο.
Καθόμαστε σε μια σκισμένη ψάθα στο δάπεδο.

Λαχανιαστά και με φωνή που μόλις ακούγεται απαντά στις ερωτήσεις του Μπεν. Η Τζούντιθ είναι 25 ετών, και πουλάει καλαμπόκια στους δρόμους. Πριν δύο χρόνια ο άντρας της πέθανε απο έιτζ και η ίδια διαγνώστηκε οροθετική. Από τα καλαμπόκια κερδίζει περίπου 5 ευρώ την εβδομάδα, όμως τελευταία είναι συνεχώς άρρωστη και δεν μπορεί να πάει στην αγορά, χάνοντας έτσι το μοναδικό της εισόδημα.

Ξαφνικά η Τζούντιθ σηκώνεται απο τη θέση της και πηγαίνει προς το στρώμα. Τώρα μπορώ να διακρίνω μια μάζα απο υφάσματα στην άκρη του. Με απαλές κινήσεις σα να κρατάει κάτι πολύτιμο που φοβάται μη σπάσει, παίρνει αγκαλιά τ’ ανακατεμένα ρούχα και κάθεται κοντά μας.

Κατεβάζει το ύφασμα κι ένα παιδί με τεράστια μάτια και ξεραμένα χείλη, σφίγγεται πάνω της. Κλαίγοντας, μας συστήνει τον Τζόζεφ. Είναι ο γιος της και είναι 3 ετών. Το μωρό μας κοιτάζει τρομαγμένα και χώνεται στην αγκαλιά της μητέρας του. Τις τελευταίες εβδομάδες η κατάσταση του έχει χειροτερέψει και η μητέρα του ξέρει πως το τέλος πλησιάζει.
Η Τζούντιθ και ο Τζόζεφ πάσχουν απο τον ιό του Έιτζ αλλά δεν έχουν καμία πρόσβαση σε αντιρετροϊκά φάρμακα για να ζήσουν.

Στο δωμάτιο επικρατεί απόλυτη σιωπή.
Η Τζούντιθ κρατάει τον Τζόζεφ σα να προσπαθεί να τον κρύψει.
Μπορώ ν’ ακούσω τη λαχανιαστή της ανάσα που σε λίγο μετατρέπεται σε μουρμουρητό.
Ένα μουρμουρητό απόκοσμο, σα λυγμό, σαν παράπονο που βγαίνει απο το στήθος της και μας τυλίγει σαν μαύρο πέπλο.

Κρύβει το μωρό της με τα χέρια της και του τραγουδάει.
Το χεράκι του παιδιού σφίγγει το αδύνατο στήθος της μανάς του και κουρνιάζει.
Ξαφνικά οι χωμάτινοι τοίχοι στενεύουν τόσο πολύ, που νομίζω ότι θα με πλακώσουν.
Το σκοτεινό δωμάτιο με πνίγει.
Θέλω να ουρλιάξω αλλά δεν μπορώ να βγάλω φωνή.

Θέλω να βγω έξω και να τρέξω μακριά απο αυτό το σπίτι, μακριά απο το θάνατο που απλώνεται γύρω μου και μ’ αγκαλιάζει.
Ομως δεν μπορώ να πάω πουθενά, είμαι εκεί ακίνητη στο σκοτάδι, με τον λυγμό της Τζούντιθ να με τιμωρεί.

Δεν ξαναπήγα ποτέ σε εκείνο το μέρος.
Δεν ρώτησα ποτέ τον Μπεν τι απέγινε η Τζούντιθ και ο γιος της.
Ισως γιατι φοβόμουν ν’ ακούσω αυτό που θα μου έλεγε, ίσως γιατί ντρεπόμουν.
Ισως γιατί κατάλαβα ότι, ναι, μου «αρέσει η Αφρική», μου αρέσει γιατί εγω μπορώ να φύγω απο εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο, οποιαδήποτε στιγμή..

Μια βόλτα με το έλκηθρο

Τις τελευταίες δύο μέρες το Ilulissat πλήττεται από έντονη χιονοθύελλα. Η αλλαγή του καιρού ήταν πάρα πολύ απότομη. Ξαφνικά ο λαμπερός ήλιος χάθηκε και έπιασε ένας αέρας τόσο δυνατός και παγωμένος που σου έκοβε την ανάσα. Μέσα σε λίγες ώρες οι δρόμοι καλύφθηκαν από ένα σκληρό – σχεδόν σαν κοφτερό γυαλί- στρώμα πάγου πάνω στο οποίο με δυσκολία μπορούσες να σταθείς. Τον πάγο ακολούθησαν χοντρές νιφάδες χιονιού που έκαναν την κατάσταση ακόμα πιο περίπλοκη καθώς έκρυβαν την γλιστερή επιφάνεια του δρόμου, που παρέμενε το ίδιο κοφτερη και επικίνδυνη σε κάθε βήμα. Αυτές οι απότομες αλλαγές του καιρού είναι πολύ συχνές στη Γροιλανδία γι αυτό και είναι πολύ δύσκολο να οργανώσει κανείς τις μετακινήσεις του.

Πώς μετακινούνται λοιπόν σε μια χώρα που δεν υπάρχουν δρόμοι και σχεδόν όλη της η επιφάνεια είναι καλυμμένη από μόνιμο πάγο; Μα φυσικά με έλκηθρα που τα σέρνουν, όχι οι τάρανδοι όπως μας δείχνουν οι χριστουγεννιάτικες ταινίες, αλλά σκύλοι. Οι περίφημοι σκύλοι της Γροιλανδίας.

Οι σκύλοι της Γροιλανδίας έχουν μια ιστορία που σε πάει πίσω τουλάχιστον 4000 χρόνια καθώς πρόκειται για το μοναδικό είδος που έχει επιβιώσει μέσα σε χιλιετίες χωρίς να αλλοιωθούν τα χαρακτηριστικά της φυλής του. Στη Γροιλανδία έφτασαν πριν 1000 χρόνια και έκτοτε ελάχιστα έχουν αλλάξει στη ζωή και στην συμβίωση σκύλου και ανθρώπου.

Είναι άλλωστε και ο λόγος που στη Γροιλανδία δεν υπάρχουν κατοικίδια ζώα. Μάλιστα για αρκετά χρόνια απαγορευόταν να φέρει κάποιος το κατοικίδιο του ώστε να προστατευθεί η αγνότητα της φυλής. Αυτό τελικά άλλαξε όταν η κυβέρνηση υποχρέωσε τους ιδιοκτήτες των σκύλων να κρατάνε τα ζώα περιορισμένα σε ειδική περιοχή και δεμένα με πολύ μακριές αλυσίδες. Αν κάποιο ζώο περιφέρεται μόνο του και δεν εντοπιστεί ή αγέλη που ανήκει τότε θανατώνεται.

Μπορώ ήδη να φανταστώ την έκπληξη και την φρίκη όσων διαβάζουν αυτές τις γραμμές. Είχα και εγώ τα ίδια συναισθήματα όταν πρωτοείδα τα σκυλιά και όλες αυτές τις ταμπέλες που σου υπενθύμιζαν να μην τα χαϊδεύεις και να μην τα πλησιάζεις.

Οι σκύλοι μένουν σε αγέλες στα περίχωρα του Ilulissat. Περνώντας από εκεί, τους έβλεπα να λιάζονται στον ήλιο χωρίς να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Αν και δεμένοι, ήταν τόσο μεγάλες οι αλυσίδες τους που μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα και σίγουρα αν ήθελαν ήταν πολύ εύκολο να με φτάσουν. Μπορεί να μην ένιωθα άμεσο κίνδυνο, είχα όμως την έντονη αίσθηση ότι οι σκύλοι με παρακολουθούν. Το βλέμμα τους ήταν καρφωμένο πάνω μου και παρατηρούσε κάθε μου κίνηση σαν να ήθελαν να μου θυμίσουν ότι αν βρίσκομαι εκεί, είναι επειδή μου το επιτρέπουν οι ίδιοι. Ήταν οι αδιαμφισβήτητοι άρχοντες της περιοχής.

Οι γροιλανδικοί σκύλοι είναι ακόμα σε ημιάγρια κατάσταση. Δε πρόκειται για κατοικίδια και αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν επιτρέπεται σε κανέναν να τα πλησιάσει χωρίς την παρουσία του ιδιοκτήτη τους. Εδω και 1000 χρόνια η αποκλειστική τους ασχολία ήταν να λειτουργούν ως μέσο μεταφοράς των Ινουιτ και να μεταφέρουν τα έλκηθρα πάνω στους πάγους και τα βουνά της Γροιλανδίας. Ήταν οι αχώριστοι σύντροφοι στο κυνήγι και στο ψάρεμα δημιουργώντας μια συμβιωτική σχέση με τους ανθρώπους όπου η παρουσία του ενός εξασφάλιζε την επιβίωση του άλλου. Ακριβώς επειδή η σχέση με το σκύλο ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου, οι Ινουιτ έχουν βρει έναν μοναδικό τρόπο επικοινωνίας με τα σκυλιά αυτά. που διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες. Τα μυστικά της εκπαίδευσης των σκύλων περνάνε από τον πατέρα στον γιο και δεν αποκαλύπτονται ποτέ σε τρίτους. Κρύβουν μέσα τους την ιστορία των προγόνων τους. Ο εκπαιδευτής γίνεται μέλος της αγέλης και κερδίζει τον σεβασμό του αρχηγού της. Μόλις ο αρχηγός αποδεχτεί τον εκπαιδευτή, χτίζεται μια ισόβια σχέση εμπιστοσύνης ώστε η αγέλη να παραμένει πιστή σε έναν και μοναδικό άνθρωπο μέχρι το τέλος. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο μόνος που έχει το προνόμιο να χαϊδέψει, να επικοινωνήσει ή ακόμα και να μαλώσει την αγέλη. Μια λέξη του ή ένα βλέμμα επαναφέρει την τάξη. Όταν τα σκυλιά τρέχουν με τα έλκηθρα ο εκπαιδευτής κρατάει ένα μεγάλο λεπτό μαστίγιο και τα καθοδηγεί. Δεν χτυπάει ποτέ τα ζώα. Το στριφογυρίζει στον αέρα και τα σκυλιά είναι ικανά να καταλάβουν από την κίνηση του την εντολή που τους δίνει.

Η πρώτη απορία που είχα, όταν κάθισα να συζητήσω με μια ομάδα ντόπιων εκπαιδευτών, ήταν πόσο δουλεύουν αυτά τα σκυλιά. Μου είπαν ότι κάνουν 2 διαδρομές την ημέρα και εργάζονται μόνο τους χειμερινούς μήνες, δηλαδή 7 με 8 μήνες το χρόνο. Βέβαια μια διαδρομή στις λιγότερο προσβάσιμες ακτές, μπορει να έχει διάρκεια 4 με 6 ώρες, μόνο για να φτάσει κάποιος. Από ότι όμως μου είπαν, οι σκύλοι διανύουν αυτές τις μακρινές αποστάσεις συνήθως μια φορά την εβδομάδα και όχι καθημερινά.

Και τι γίνονται τα σκυλιά όταν γεράσουν, ρώτησα.

-Θανατώνονται, μου απάντησαν.

Ομολογώ ότι δεν περίμενα να ακούσω τέτοια απάντηση. Επανέλαβα την ερώτηση δυο φορές μήπως παρανόησα το νόημα της. Όμως όχι, είχα καταλάβει καλά. Τα σκυλιά, μόλις σταματούσαν να εργάζονται, δηλαδή γύρω στα 12 με 13 χρόνια, όπου ήταν και το προσδόκιμο της ζωής τους, έπρεπε να θανατωθούν.

Τα γέρικα σκυλιά, όταν πλέον δεν ήταν ικανά να τραβήξουν τα έλκηθρα, δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στην αγέλη τους. Τα υπόλοιπα σκυλιά απέρριπταν τα γερασμένα μέλη και τα δάγκωναν μέχρι θανάτου. Ήταν ο κανόνας της αγέλης και ο άνθρωπος επί αιώνες δεν παρέβαινε στις πρακτικές των ζώων του.

Ήταν λοιπόν η θανάτωση των σκύλων μια φυσική επιλογή που επιβίωσε στο χρόνο και απλά άλλαξε μορφή αλλά όχι ουσία ή υπήρχε κάποιος ουσιαστικός λόγος να γίνει; Η αλήθεια είναι ότι δεν μπόρεσα να καταλάβω. Κάποιοι εκπαιδευτές μου είπαν ότι γίνεται για λόγους υγείας, άλλοι ότι ο νόμος υποχρεώνει κάθε σκυλί να παραμένει μακριά απο τα άλλα όταν γεράσει και δεν υπάρχει δυνατότητα καταφυγίων χωριστά για κάθε σκύλο, άλλοι είπαν ότι είναι ένα είδος φυσικής επιλογής καθώς ο ίδιος ο σκύλος θανατώνεται απο την αγέλη του. Το σίγουρο πάντως ήταν ότι κανείς εκπαιδευτής δεν ήθελε να θανατώνει τους σκύλους και αυτο ήταν εμφανές. Οι περισσότεροι με δυσκολία το συζητούσαν και αρκετοί δεν μπόρεσαν να κρύψουν τα βουρκωμενα μάτια τους όταν το ανέφεραν. Η σχέση ανθρώπου και σκύλου ήταν σχέση ζωής. Σίγουρα θα συνέτρεχαν πιο σοβαροί λόγοι απο ότι μπόρεσα να καταλάβω εγώ σε μια σύντομη συζήτηση.

Σήμερα έχουν παραμείνει στη Γροιλανδία περίπου 16,000 σκύλοι. Είναι η τελευταία χώρα όπου διασώζεται η παράδοση αυτή, κυρίως επειδή ο νόμος υποχρεώνει τους Ινουιτ να πηγαίνουν στο κυνήγι μόνο με τα σκυλιά και όχι με μηχανοκίνητα μέσα. Όμως και έτσι ακόμα, οι ιδιοκτήτες αδυνατούσαν να συντηρήσουν τους σκύλους, πολλοί από τους οποίους κατέληγαν υποσιτισμένοι και κακοποιημένοι. Παραδόξως, την ζωή των σκύλων και μαζί και των εκπαιδευτών τους, έσωσε ο τουρισμός, όταν τα ταξιδιωτικά γραφεία άρχισαν να πουλάνε τις βόλτες με το έλκηθρο στους τουρίστες που επιθυμούσαν να ζήσουν κάτι απο την αυθεντική Γροιλανδία. Γρήγορα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ταξιδιού στη χώρα και κάθε τουριστας που σέβεται τον εαυτό του, θα φορέσει τα παραδοσιακά ρούχα και θα κάνει την δίωρη βόλτα του με το έλκηθρο. Ανάμεσα τους και εμείς φυσικά, διότι όπως λένε, όταν πας στην Ρώμη, πρέπει να φερθείς σαν Ρωμαιος…

Και όσο και να έμοιαζα με χαζοτουρίστα μέσα σε εκείνα τα βαριά κουστούμια απο δέρμα φώκιας και το γούνινο παλτό, όσο και αν ένιωθα ότι βρίσκομαι στη Disneyland, η βόλτα με το έλκηθρο σίγουρα άξιζε την γελοία μου εμφάνιση.

Το έλκηθρο δεν είναι καθόλου αναπαυτικό, σε κάθε πέτρα και λακκούβα νιώθεις ότι θα εκτοξευτείς ενώ στις κατηφόρες, όταν τα σκυλιά αρχίσουν να τρέχουν, ειλικρινά νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο τρενάκι του τρόμου. Το ότι κατάφερα να παραμείνω στη θέση μου για 2 ολόκληρες ώρες, κρατώντας παράλληλα και το γιο μου αγκαλιά, νομίζω πρέπει να καταγραφεί ως ένα από τα κατορθώματα μου (μετά την ανάβαση στο παγόβουνο φυσικά…)

Τουλάχιστον ήξερα ότι αυτή η (πανακριβη) βόλτα με το έλκηθρο, εξασφάλιζε την επιβίωση και την φροντίδα των σκύλων, έδινε ένα καλό εισόδημα στον εκπαιδευτή και την οικογένεια του και έμμεσα συνέβαλα και εγω ώστε μια γνώση αιώνων να μη χαθεί στο βωμό του σύγχρονου τρόπου ζωής.

Αν το καλοσκεφτείς, δεν είναι και άσχημα…

Γροιλανδία: Απέραντο γαλάζιο…

Είχα ήδη συμπληρώσει μια εβδομάδα στη Γροιλανδία. Είχα δει τον βόρειο παγωμένο ωκεανό και είχα περιηγηθεί στον περίφημο κόλπο του Disco Bay . Είχα εξερευνήσει την πόλη του Ilulissat και είχα επισκεφτεί αρχαίους οικισμούς.

Η πόλη του Ilulissat ζει στο ρυθμό του παγωμένου χειμώνα

Χρειαζόταν όμως κάτι παραπάνω για να νιώσω το μεγαλείο της παγωμένης φύσης. Μα φυσικά να ανέβω στο ψηλότερο σημείο του Sermermiut – παίρνοντας όχι την καθιερωμένη μπλε πορεία – το όνομα προέρχεται από το βαθμό δυσκολίας της αναρρίχησης- αλλά την κόκκινη που σε πάει από το εσωτερικό των παγωμένων βουνών.

Ακούγεται απλό, ιδίως για όσους είναι έμπειροι αναβάτες στα χιόνια. Όμως εγώ όχι μόνο δεν έχω ανέβει βουνό ποτέ- να θεωρήσω ότι ο Υμηττός στην περιοχή του Καρέα μάλλον δεν είναι κατόρθωμα-αλλά πέρα από κάτι αποτυχημένες προσπάθειές να μάθω σκι, δεν έχω μεγάλη σχέση ούτε με το χιόνι.

Ξεκίνησα λοιπόν χαρωπή, είχα και την ιδέα να κάνουμε πικ νικ στα βουνά- λες και θα πήγαινα στο λόφο του Λυκαβηττού- και ήμουν έτοιμη για την περιπέτεια. Η ανάβαση θα κρατούσε γύρω στις 4 ώρες και η απόσταση ήταν 10 χιλιόμετρα. Μου φάνηκε πολύ εύκολη. Στην τελική έχω τρέξει και Μαραθώνιο, στα 10 χλμ θα κολλούσα; (λεπτομέρεια βέβαια ότι αυτά τα 10 ήταν ανάβαση σε παγωμένο βουνό. Στην Γροιλανδία…).

Και μετά ήρθε η πραγματικότητα…

Τα χέρια μου πάγωναν και σχεδόν αγκυλώνονταν στις πέτρες, τα φαγητά για το πικ νικ με βάραιναν επικίνδυνα και η κάμερα χοροπηδούσε στο λαιμό μου τόσο πολύ που νόμιζα ότι θα με πνίξει το λουρί της. Και ανέβαινα, και ανέβαινα, και ένιωθα ότι ήμουν πάνω στο βουνό μια αιωνιότητα και ότι είχα διασχίσει άπειρα χιλιόμετρα ώστε να πω στον γιο μου θριαμβευτικά και με μισή ανάσα: βλέπεις τι εύκολο, σχεδόν φτάσαμε.

Το παιδί με κοίταξε βαριεστημένα.

-Τι φτάσαμε βρε μαμά; δεν βλέπεις πόσο αργά πας; Ακόμα ούτε στην πρώτη κόκκινη πέτρα δεν είμαστε.

Η ανάβαση στους βράχους για κάποιους είναι πολύ εύκολη…Για άλλους πάλι όχι…

Η πρώτη κόκκινη πέτρα, δηλαδή…το πρώτο χιλιόμετρο…και ακόμα δεν το είχα φτάσει καν;; Και εκεί που ήμουν έτοιμη να του πω ότι μια χαρά πάω και να μη κάνει τον έξυπνο, πατάω στο παχύ χιόνι και νιώθω να με ρουφάει μια τρύπα. Αφήνω μια σπαραχτική κραυγή – η κάμερα !!

Ναι το πρώτο που σκέφτηκα δεν ήταν ότι σκοτώνομαι αλλά ότι θα σπάσει η φωτογραφική μου μηχανή. Ο μικρός έτρεξε έντρομος, φωνάζοντας, μαμααα είσαι καλα;

Εντάξει θα ζούσα…Είχα απλώς πατήσει ένα βαθύ σημείο του χιονιού…

Στην κορυφή του κόσμου 🙂

Μπορεί εγώ βέβαια να ένιωθα σαν τον Λεοναρντο Ντι Καπριο όταν πάλεψε με την αρκούδα στο The Revenant, ή σαν τους πρώτους εξερευνητές του Βόρειου Πόλου, όμως κάτι παππούδες με είχαν ήδη ξεπεράσει και ανέβαιναν σαν να ήταν σε ευθεία. Το ίδιο και ο γιος μου που όχι μόνο ανέβαινε μια χαρά, αλλά έτρεχε κιόλας. Όταν κάποια στιγμή όμως γλίστρησε και σωριάστηκε στο χιόνι, αφού σιγουρεύτηκα ότι δεν είχε πάθει τίποτα, δεν κρατήθηκα και του είπα; είδες για να τρέχεις και να με κοροϊδεύεις; (και ένιωσα μια τόση δα μικρή ικανοποίηση να με πλημμυρίζει…).

Μπορεί να είμαστε στους πάγους της Γροιλανδιας, αλλά τα παιδιά δεν παύουν να είναι παιδιά και πεινάνε, διψάνε, θέλουν τουαλέτα (όσοι είστε γονείς εδώ θα με νιώσετε…). Και η Ελληνίδα μάνα, παραμένει πάντα μια Ελληνίδα μάνα όσο και αν παγώσει. Έτσι βρήκαμε μια κορυφή όπου είχαν βάλει ένα ξύλινο παγκάκι, και αποφασίσαμε να φάμε. Δεν είχα υπολογίσει όμως ότι το να απλώσεις πετσέτα, τυράκια, σαλάμια, ψωμί, ντομάτες κλπ δεν είναι τόσο απλό στους -20 βαθμούς. Και όχι μόνο αυτό αλλά ήθελα να ξεπλύνω και τις ντομάτες με νερό. Το οποίο νερό είχε παγώσει και μαζί του είχε παγώσει και κάθε ζωή από τα δάχτυλα μου. Και από τα χέρια μου. Και απο τα πόδια μου. Πρέπει να κατάπια αμάσητα τα τυράκια και σε χρόνο πιο γρήγορο από τη σκέψη μου – που ήταν ήδη σε αργή κίνηση- τα μαζέψαμε όλα και συνεχίσαμε.

Τώρα το έμαθα. Απλά δεν κάνεις πικ νικ στον αρκτικό κύκλο….

Όμως όλα αυτά ήταν τόσο ασήμαντα απέναντι σε αυτό που θα αντικρίζαμε όταν τελικά φτάσαμε στην άλλη πλευρά του βουνού. Μου πήρε λίγα λεπτά να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που έβλεπα ήταν αλήθεια και ήταν εκεί μπροστά μου…

Κατάλευκοι πάγοι απλώνονταν σε διάφορα σχήματα μέχρι την γραμμή του ορίζοντα. Βουτούσαν μέσα σε κρυστάλλινα νερά που χρύσιζαν στο φως του αρκτικού ήλιου.

Το νερό διάφανο γαλάζιο στις παρυφές των πάγων, έπαιρνε ένα βαθύ μπλε χρώμα όσο οι όγκοι τους έριχναν την επιβλητική σκιά τους στα νερά. Χιλιάδες χρόνια ιστορίας, χιλιάδες μυστικά άρρηκτα δεμένα με την επιβίωση μας κρύβονταν μέσα στα σώματα αυτών των πάγων.

Κάποιοι κομμένοι σχεδόν με γεωμετρική ακρίβεια και άλλοι μικρότεροι και δαντελωτοί, μοιάζανε να πλέουν στην επιφάνεια της θάλασσας σαν λευκές βαρκούλες. Και όπου κοιτούσε το βλέμμα σου, χανόταν στο μπλε της θάλασσας και στο γαλάζιο του ουρανού. Και οι αιωνόβιοι πάγοι στέκονταν ανάμεσα στα σύνορα της γης και του αέρα, περήφανοι στην λευκή σιωπή τους, μάρτυρες της ιστορίας μας και φύλακες του μέλλοντος μας.

Και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ εκείνη την στιγμή, απέναντι σε αυτό το απέραντο παγωμένο γαλάζιο είναι τα λόγια του δικού μας ποιητή:

Θεέ μου , τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε

Ταξίδι στη Γροιλανδία: η δυτική ακτή

Η πόλη του Ilulissat

Το Ilulissat είναι η τρίτη πόλη της Γροιλανδίας και η απαραίτητη στάση για να επισκεφτούμε τα παγόβουνα που εδώ και χιλιάδες χρόνια στέκονται αγέρωχα στις δυτικές ακτές του νησιού. Για να φτάσεις εδώ- όπως και παντού στη Γροιλανδία- ο μόνος τρόπος είναι το αεροπλάνο. Η πτήση από το Kangerlussuaq θα σε φέρει σε 45 λεπτά περίπου (καιρού θέλοντος…) και θα πετάξει πάνω από μια κάτασπρη θάλασσα πάγου.

Φτάνοντας στο Ilulissat – εκτός από το έντονο κρύο λόγω της θάλασσας- αυτό που εντυπωσιάζει είναι το χρώμα της μικρής πόλης. Πολύχρωμα σπιτάκια διακόπτουν το λευκό τοπίο δίνοντας μια νότα ζεστασιάς στους πάγους. Σκούρο κόκκινο, έντονο πράσινο, μπλε του ωκεανού και λαμπερές αποχρώσεις του κίτρινου φωτίζουν την πόλη, η οποία είναι χτισμένη γύρω από τον μικρό κόλπο και το λιμάνι. Δεκάδες βάρκες μοιάζουν ακίνητες στο χρόνο καθώς σκεπασμένες από τον πάγο περιμένουν το καλοκαίρι για να ξεκινήσει πάλι η ζωή. Η θάλασσα στο εσωτερικό του κόλπου του Ilulissat παγώνει 7 μήνες στο χρόνο και μαζί της παγώνει κάθε δραστηριότητα. Φυσικά δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό και το πρώτο που έκανα ήταν να τρέξω στην επιφάνεια της. Εντάξει, δεν έτρεξα ακριβώς, καθώς σε κάθε βήμα, με φανταζόμουν παγιδευμένη στο παγωμένο νερό, όπως σε κάτι ταινίες επιβίωσης αλλά χωρίς το αίσιο τέλος. Ο πάγος όμως ήταν αρκετά μέτρα παχύς και περπατούσες χωρίς κίνδυνο, αρκεί να αγνοήσεις το γεγονός ότι σε μερικά σημεία μπορούσες να δεις το σκούρο νερό που κυλούσε από κάτω.

Το λιμάνι σφύζει από ζωή. Χοντρά κεφάλια από τόνο, βασιλικές γαρίδες και τεράστιοι μπακαλιάροι γεμίζουν δεκάδες καφάσια σε κάθε γωνία. Εργάτες ντυμένοι με μπλε στολές ξεφορτώνουν ψάρια από τα μεγάλα αλιευτικά και τα μεταφέρουν στις μεγάλες αποθήκες. Από εκεί θα ταξιδέψουν σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Λευκοί γλάροι παραμονεύουν γύρω από τα αλιευτικά, για να αρπάξουν κάποιο ψάρι στην πρώτη ευκαιρία.

Τα ψάρια είναι η μοναδική παραγωγή της Γροιλανδίας. Κάτι απόλυτα λογικό, όταν το 80% του εδάφους καλύπτεται από μόνιμο πάγο, ο χειμώνας διαρκεί 7 μήνες και οι διάσπαρτες πόλεις δεν επικοινωνούν μεταξύ τους καθώς δεν υπάρχουν δρόμοι.

Το Λιμάνι του Ilulissat είναι βασικός κόμβος για την εξαγωγή της γαρίδας

Οι Ινουιτ της Γροιλανδίας επιβίωσαν για αιώνες τρώγοντας σχεδόν αποκλειστικά κρέας και ψάρια. Φώκιες, φάλαινες, τάρανδοι και βούβαλοι ήταν το καθημερινό κυνήγι. Το φαγητό ήταν περισσότερο επιβίωση παρά γαστρονομία. Σήμερα όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Οι Ινουιτ έχουν εγκαταλείψει τις παραδοσιακές τους συνήθειες και το κυνήγι δεν αποτελεί παρά περιστασιακή ασχολία. Αν και η φάλαινα και η φώκια αποτελούν ακόμα μέρος της διατροφής, το κυνήγι τους είναι ελεγχόμενο από την κυβέρνηση και επιτρέπεται μόνο ορισμένες φορές το χρόνο και σε πολύ συγκεκριμένα είδη. Πλέον σχεδόν όλα τα τρόφιμα εισάγονται από τη Δανία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα ακριβά αλλά και να υπάρχουν αρκετές ελλείψεις καθώς ο καιρός δεν επιτρέπει πάντα τις εισαγωγές. Στα δύο σουπερμάρκετ του Ilulisssat, βρήκα μπανάνες που έμοιαζαν σαν να είχαν βγει από την κατάψυξη και τρία είδη από λαχανικά, όλα εισαγόμενα και πακεταρισμένα από τη Δανία στο τριπλάσιο της τιμής τους. Ακόμα και στα εστιατόρια οι ποικιλίες στα πιάτα περιορίζονται στα βασικά υλικά και πάντα πρέπει να ρωτάς τι υπάρχει στο μενού. Η ζωή είναι τόσο ακριβή στη Γροιλανδία σε σημείο που κάνει τη Δανία – μια από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης -να φαντάζει φθηνή. Παραδόξως η άνοδος της θερμοκρασίας έχει και μια απροσδόκητη συνέπεια για την ντόπια παραγωγή. Το ηπιότερο κλίμα και η μεγαλύτερη διάρκεια του καλοκαιριού, επιτρέπει την καλλιέργεια σιτηρών και κάποιων λαχανικών , που θα μπορούσαν να κάνουν το νησί λιγότερο εξαρτημένο από τη Δανία.

Από τους 56,000 Ινουιτ που έχουν απομείνει στη Γροιλανδία, μόνο οι 27,000 είναι ενεργοί, 10,000 από τους οποίους απασχολούνται στον δημόσιο τομέα. Οι υπόλοιποι ασχολούνται με την αλιεία τον τουρισμό και τις εξορύξεις στα ορυχεία. Τα ποσοστά αλκοολισμού, ναρκωτικών ουσιών αλλά και HIV-AIDS στη Γροιλανδία είναι τα υψηλότερα σε δανέζικο έδαφος. Όπως συνέβη σε όλους σχεδόν τους γηγενείς πληθυσμούς, που έχασαν σταδιακά τον παραδοσιακό τρόπο ζωής τους και τη σύνδεση με το παρελθόν τους, οι σημερινοί Ινουιτ παλεύουν να προσαρμοστούν σε ένα κόσμο που αλλάζει γρήγορα και σε μια κοινωνία που είναι περισσότερο δανέζικη παρά δική τους.

Περπατώντας στη θάλασσα- η οποία παραμένει παγωμένη 7 μήνες το χρόνο στον κλειστό κόλπο του Ilulissat

Στη Γροιλανδία δεν υπάρχουν άστεγοι και φυλακές. Αν κάποιος διαπράξει έγκλημα, ακόμα και φόνο, η κοινότητα του τον τιμωρεί με την απομόνωση του από τα υπόλοιπα μέλη της. Μόνο αν διαπράξει σοβαρό αδίκημα δεύτερη φορά θα σταλεί στη Δανία για να εκτίσει ποινή σε κάποια φυλακή. Αντίστοιχα δεν υπάρχουν επιδόματα ανέργων ή οποιαδήποτε πρόνοια για ανθρώπους που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό Ινουιτ με ψυχολογικά, οικονομικά ή προβλήματα υγείας να καταφεύγει στη Δανία όπου έχει πρόσβαση σε επιδόματα πρόνοιας. Όμως και εκεί, οι περισσότερες πιθανότητες είναι δυστυχώς να καταλήξουν στο περιθώριο της κοινωνίας.

Η Δανία, σε μια προσπάθεια να μειώσει τον αριθμό των άστεγων Γροιλανδών στο έδαφος της, αποφάσισε να χτίσει φυλακή στη Γροιλανδία ώστε όσοι διαπράττουν αδικήματα στην Δανία θα στέλνονται στη φυλακή στη Γροιλανδία. Έτσι η πρώτη φυλακή στην ιστορία του νησιού, θα ξεκινήσει να λειτουργεί τον Ιούλιο του 2019 με την χορηγία των Δανών…

Τα ιγκλού πλέον είναι για τους τουρίστες και οι περισσότεροι Γροιλανδοί κατοικούν σε διαμερίσματα και σπίτια

Θα επανέλθουμε στο θέμα των Ινουιτ όμως τώρα, θα μεταφερθούμε στο Disco Bay, στο παγωμένο φιορδ του Ilulissat, όπου στέκουν επιβλητικά, εδώ και 3000 χρόνια τα μοναδικά παγόβουνα. Η πρόσβαση σε αυτά γίνεται μόνο με πλοίο και αυτό μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Μόλις οι θερμοκρασίες ανέβουν, το φιορδ πλημμυρίζει από το νερό που ελευθερώνουν οι πάγοι και γίνεται απροσπέλαστο για τα πλοία.

Οι επιβλητικοί πάγοι στο Disco Bay

Το ταξίδι με το πλοίο διαρκεί περίπου 3 ώρες και περνάει τόσο κοντά στα παγόβουνα που έχεις την εντύπωση ότι θα τα αγγίξεις. Ενθουσιασμένη διάλεξα μια θέση στην άκρη της πλώρης με πλήρη θέα στον κόλπο και περίμενα να δω απο κοντα τα παγόβουνα. Στο σκούρο μπλε της θάλασσας καθρεφτίζονται οι επιβλητικοί όγκοι πάγου και οι γλάροι πετάνε δίπλα σου αφήνοντας δυνατές φωνές. Ο δυνατός ήλιος εναλλάσσεται με άσπρα σύννεφα χρωματίζοντας την ατμόσφαιρα με μια σχεδόν διάφανη λευκή χροιά. Σε αυτό τη σημείο το κρύο σου κόβει την ανάσα. Καθώς περνάμε ανάμεσα από τα παγόβουνα, νιώθω ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω. Η κάμερα μου δεν λειτουργεί, τα χέρια μου – παρόλα τα ειδικά ρούχα- δεν μπορούν πλέον να αγγίξουν τίποτα- και τρέμω τόσο πολύ που δεν αισθάνομαι ούτε το κούνημα του πλοίου. Ο καπετάνιος μας λέει ότι καμιά φορά οι πάγοι μετακινούνται απροειδοποίητα δημιουργώντας μεγάλα κύματα και αυτό μπορεί να αναποδογυρίσει τα πλοία που διασχίζουν τον κόλπο. Συμπληρώνει ότι αν κάποιος πέσει στο παγωμένο νερό έχει ακριβώς 1.30 λεπτό μέχρι να πεθάνει. Δε νομίζω ότι είναι αυτό που θα ήθελα να ακούσω εκείνη τη στιγμή.

Ατέλειωτα παγόβουνα σε κάθε σου βλέμμα

Χιλιάδες χρόνια χρειάστηκαν για να δημιουργηθούν αυτοί οι επιβλητικοί όγκοι πάγου που μέσα τους κρύβουν τα μυστικά της επιβίωσης του ανθρώπου. Η ζωή μας είναι τόσο άρρηκτα δεμένη μαζί τους και το τέλος τους θα σημάνει και το δικό μας τέλος . Και όμως ότι έφτιαξε η φύση με υπομονή σε χιλιάδες χρόνια, η απληστία του ανθρώπου το καταστρέφει μέσα σε λίγες δεκαετίες. Οι πάγοι στη Γροιλανδία λιώνουν με ταχύτατους ρυθμούς.

Η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη ξεκινήσει…

Οι πάγοι μετακινούνται απροειδοποίητα δημιουργώντας κύματα ικανά να αναποδογυρίσουν τα πλοία που θα βρεθούν εκεί
Γλάροι πετούν γύρω απο τα παγόβουνα

Επιβλητικοί όγκοι κομμένοι σχεδόν με γεωμετρική ακρίβεια που επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια

Οι παγετώνες της Γροιλανδίας σχηματίστηκαν πριν 100,000 χρόνια. Αν λιώσουν θα ανέβει η στάθμη της θάλασσας κατά 7.3 μέτρα.

Ταξιδι στη Γροιλανδία- μέρος 1ο

Η δυτική ακτή της Γροιλανδίας όπως φαίνεται απο τον κόλπο του Ilulussat

Το Kangerlussuaq δεν είναι ακριβώς αυτό που περίμενα να δω όταν η πτήση της  Air Greenland από την Κοπεγχάγη προσγειώθηκε μετά από 4.30 ώρες πάνω από τον Βόρειο παγωμένο Ωκεανό.  Κατεβαίνοντας από το αεροπλάνο, φαντάστηκα ότι η πόλη με το μοναδικό -σε ολόκληρη την Γροιλανδία- διάδρομο προσγείωσης και απογείωσης ικανό να δεχτεί διεθνείς πτήσεις- θα έμοιαζε έστω και αμυδρά με πόλη. Στην ουσία όμως πρόκειται για μια κοινότητα 500 ανθρώπων που αναπτύχθηκε σταδιακά γύρω από το αεροδρόμιο -το οποίο έχτισαν Αμερικανοί στρατιώτες το 1941 για να ανεφοδιάζονται τα αεροπλάνα τους. Όσο και να κοιτάξεις γύρω σου το μόνο που βλέπεις είναι πάγος, μικρά ελικοφόρα αεροπλάνα και το αεροδρόμιο. Ακόμα και το μοναδικό ξενοδοχείο/εστιατόριο της πόλης βρίσκεται μέσα στο αεροδρόμιο. Το ίδιο και το μουσείο. Και το  σουπερ μάρκετ.

Το αεροδρόμιο του Kangerlussuaq είναι πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο ταξιδιώτης. Δαθετει τον μοναδικό μεγάλο (3000 μ) διάδρομο προσγειωσης και απογείωσης στη χώρα και γι αυτό οι διεθνείς πτήσεις (Κοπεγχάγη και Ρευκιεβικ) προσγειώνονται εκεί και όχι στην πρωτεύουσα Νουκ

Το Kangerlussuaq πάντως είναι γνωστό και για άλλους λόγους. Εκτός  από το μοναδικό «διεθνές» αεροδρόμιο της Γροιλανδίας, διαθέτει και το μοναδικό γκολφ κλαμπ του νησιού– το οποίο αριθμεί δύο μέλη- αλλά και τον μοναδικό δρόμο που οδηγεί απευθείας στους παγετώνες. Και αυτός ο τελευταίος λόγος, είναι αρκετός για να σε κρατήσει στην περιοχή περισσότερο από 12 ώρες. Οι παγετώνες της Γροιλανδίας σκεπάζουν το 80% τη επιφάνειας της και περιέχουν το 7% του γλυκού νερού ολόκληρου του πλανήτη.  Ο μεγάλος παγετώνας ξεκινάει λίγα χιλιόμετρα έξω από το Kangerlussuaq και για καλή μας τύχη υπάρχει ο δρόμος για να σε πάει μέχρι εκεί οδικώς. Και λέω καλή τύχη γιατί η Γροιλανδία δεν έχει δρόμους. Ο μόνος τρόπος για να πας από τη μια περιοχή στην άλλη είναι με τα μικρά ελικοφόρα της Air Greenland τα οποία – εφόσον ο καιρός το επιτρέπει- πετάνε σε καθημερινή βάση.

Το 1998 όμως η Volkswagen- ναι η γνωστή εταιρεία- θέλοντας να δοκιμάσει το νέο μοντέλο της στις αρκτικές συνθήκες, κατασκεύασε μαζί με τη σουηδική Volvo στο Kangerlussuaq τον δρόμο που οδηγεί στον παγετώνα. Το νέο μοντέλο όμως δεν είχε τις αναμενόμενες πωλήσεις και η Volkswagen το 2006 εγκατέλειψε τις δοκιμές αφήνοντας τον δρόμο στην αυτόνομη Γροιλανδική κυβέρνηση.

Ο δρόμος προς τον Παγετώνα, διασχίζει χιλιόμετρα παγωμένης γης όπου οι συνθήκες είναι παρόμοιες με εκείνες που συναντάμε στην Αρκτική Έρημο

Το τοπίο μέχρι τον παγετώνα είναι ιδιαίτερο. Ο δρόμος διασχίζει την αρκτική έρημο, μια ατέλειωτη έκταση ξερής γης όπου ο πάγος σχηματίζει δαιδαλώδη ποτάμια στις άκρες των οποίων φυτρώνουν κοντοί αγκαθωτοί θάμνοι. Πλησιάζοντας προς τον παγετώνα, η έρημος δίνει τη θέση της στις παγωμένες λίμνες, τα όρια των οποίων χάνονται κάτω από παχιά στρώματα πάγου. Λευκοί τάρανδοι μας κοιτάνε βαριεστημένα καθώς κρεμόμαστε έξω από τα παράθυρα του λεωφορείου να τραβήξουμε φωτογραφίες. Αναρωτιέμαι πόσο γελοίοι να τους φαινόμαστε καθώς τους σημαδεύουμε με φακούς, τηλεφακούς και κινητά. Με τα πρώτα κλικ, οι τάρανδοι γυρίζουν μεγαλόπρεπα το κεφάλι τους και με αργά βήματα απομακρύνονται  μέχρι να γίνουν ένα με το λευκό τοπίο.

Αν και η απόσταση μέχρι την αρχή του παγετώνα είναι μόνο 34 χιλιόμετρα, χρειάζεται 1.30 με 2 ώρες για να φτάσεις. Ο δρόμος έχει συνεχόμενες στροφές, είναι απότομος και γεμάτος πέτρες και μαύρο χαλίκι. Το λεωφορείο – στην πραγματικότητα ένα isobox με ρόδες- κινείται αργά χοροπηδώντας άτσαλα στα χαλίκια. Είναι αδύνατον να σταθείς όρθιος, πόσο μάλλον να τραβήξεις φωτογραφίες. Αυτό όμως δεν πτοεί κανέναν επίδοξο φωτογράφο, με αποτέλεσμα να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλο σε κάθε στροφή. Σκέφτομαι ότι οι περισσότερες φωτογραφίες αντί για αρκτικό τοπίο και ταράνδους θα έχουν μέσα το χέρι και το πόδι του διπλανού και σχεδόν με πιάνει ένα νευρικό χαιρέκακο γέλιο. Αρχίζω να πιστεύω ότι οι χαμηλές θερμοκρασίες πρέπει να με έχουν επηρεάσει…Και ενώ παλεύω να παραμείνω στη θέση μου, να αποφύγω χέρια, πόδια και φακούς αλλά και να πείσω τον γιο μου ότι σε λίγο φτάνουμε – πρέπει να του το έλεγα αυτό κάθε 10 λεπτά οπότε είχα χάσει πλέον κάθε αξιοπιστία- το λεωφορείο σταμάτησε. Ο Κλάους- ο δανός οδηγός- κατέβηκε χοροπηδώντας, άνοιξε την πόρτα και μας ανήγγειλε ότι φτάσαμε. Κατεβήκαμε σχεδόν εκστασιασμένοι αλλά αυτό που πατήσαμε δεν ήταν πάγος. Εκατοντάδες μέτρα ξερής γης απλώνονταν μπροστά μας.  Ο Κλάους μας εξήγησε ότι έπρεπε να περπατήσουμε γύρω στα 500 μέτρα ακόμα και να ανέβουμε τον λοφίσκο για να φτάσουμε στην αρχή του παγετώνα. Δυστυχώς αυτό που εξελισσόταν εκεί μπροστά μας δεν ήταν παρά οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής σε πραγματικό χρόνο.

Φτάνοντας στην αρχή του παγετώνα σε περιμένουν εκατοντάδες χιλιόμετρα πάγου που καλύπτουν το 80% της Γροιλανδίας. Εδω ο αέρας είναι παγωμένος αλλά στεγνός κάνοντας την ανάβαση σχετικά πιο εύκολη

Είκοσι χρόνια πριν ο δρόμος σταματούσε εκεί που ξεκινούσε ο πάγος. Έκτοτε όμως η θερμοκρασία στη Γροιλανδία έχει ανέβει σχεδόν 3 βαθμούς. Το αποτέλεσμα είναι οι πάγοι να έχουν συρρικνωθεί και να λιώνουν και η ξερή γη να καταπίνει το κάποτε λευκό τοπίο. Η Γροιλανδία χάνει 281 δισεκατομμύρια μ. τόνους πάγου κάθε χρόνο και οι πάγοι στη χώρα  λιώνουν 4 φορές πιο γρήγορα από κάθε άλλη περιοχή του πλανήτη. Το αποτέλεσμα είναι, μεταξύ 1992 και 2011- να ανέβει η στάθμη της θάλασσας  κατά 7.5 χιλιοστά και η πορεία συνεχίζει να είναι ανοδική.

Καθώς σκαρφαλώνουμε στις μαύρες πέτρες για να φτάσουμε στον παγετωνα, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι κάποτε αυτό το άνυδρο μαύρο τοπίο θα είναι ο μόνος κόσμος που θα γνωρίσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Όσο μπορεί να φτάσει το βλέμμα μου απλώνεται ο κατάλευκος πάγος. Όμως ο πάγος είναι τόσο διάφανος, τόσο εύθραυστος που σχεδόν βλέπεις το νερό να τρέχει μέσα του. Το βουητό του παγωμένου αέρα φτάνει στα αυτιά μας σχεδόν σαν μοιρολόι.

Οι ντόπιοι Ινουιτ, που σήμερα αριθμούν μόνο 56,000,  λένε ότι ο πάγος και τα ζώα δημιουργήθηκαν από τα κομμένα δάχτυλα της Μητέρας της Θάλασσας. Γι’ αυτό και είναι κομμάτι του εαυτού της και τα πονάει σαν παιδιά της. Η Μητέρα υποφέρει για κάθε λάθος του ανθρώπου. Όταν  εκείνος δεν σέβεται τη γη και τα πλάσματα της, τα μαλλιά της Μητέρας βρωμίζονται και παγιδεύουν τα ζώα. Τότε ο άνθρωπος υποφέρει από ασθένειες και πείνα. Ο μόνος τρόπος να επιστρέψει η ισορροπία είναι να καθαρίσει ο άνθρωπος τα μαλλιά της Μητέρας ώστε να τον συγχωρέσει για την απληστία του.

Αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα χρόνος για συγχώρεση…

Τα πλοία δεν βγήκαν στη στεριά απλά η θάλασσα πάγωσε στο κλειστό σημείο του κόλπου του Ilulussat

[Η περιήγηση στη Γροιλανδία θα συνεχιστεί τις επόμενες ημέρες με νέα κείμενα απο το Ilulusssat, τους μεγάλους πάγους της Δυτικής ακτής και τις επισκέψεις στους οικισμούς των Ινουιτ]

Παιδιά, δουλειά και ο χρόνος που φεύγει…

Πριν λίγες μέρες βρέθηκα σε μια συζήτηση μεταξύ γονέων με αφορμή μια συγκέντρωση στο σχολείο. Ξέρετε είναι αυτές οι συζητήσεις, όπου άνθρωποι που δεν έχουμε τίποτα να πούμε προσποιούμαστε ότι μας ενδιαφέρει η παρουσία του άλλου για χάρη των παιδιών. Και αφού το μόνο κοινό σημείο αναφοράς είναι τα παιδιά μας, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από αυτά. Επειδή δεν είμαι και το πιο κοινωνικό άτομο, συνήθως δεν μιλάω πολύ όταν τύχει να βρεθώ σε τέτοιες εκδηλώσεις. Κάποιοι αυτό το εκλαμβάνουν ως υπεροψία, η πραγματικότητα όμως είναι ότι είμαι λίγο αδέξια στις ομαδικές εκδηλώσεις και έτσι προσπαθώ να περνάω απαρατήρητη και να μη συμμετέχω.

Αυτή τη φορά όμως η συζήτηση μου κέντρισε το ενδιαφέρον. Αφορούσε στις δραστηριότητες των παιδιών και στα προγράμματα τους. Ξένες γλώσσες, ιδιαίτερα μαθήματα, μπάσκετ κολυμβητήριο, ωδείο, μπαλέτο και η λίστα ήταν ατελείωτη. Και μέσα σε αυτό γονείς κατάκοποι και κουρασμένοι που εργάζονταν από το πρωι μέχρι το βράδυ και στις λίγες ώρες χρόνου τρέχουν τα παιδιά σε δραστηριότητες. Επειδή εργάζονταν πολλές ώρες σχεδόν κανείς δεν προλάβαινε να ασχοληθεί τις καθημερινές με τα μαθήματα των παιδιών του και τα περισσότερα πήγαιναν σε αυτά τα κέντρα -που από ότι είδα έχουν πολλαπλασιαστεί τελευταία-δημιουργικής απασχόλησης, όπου επιβλέπουν το διάβασμα των παιδιών και κάνουν και κάποιες επιπλέον δραστηριότητες. Και μόλις τελειώσει τη “δημιουργική απασχόληση” θα είναι έτοιμο για να πάει αγγλικά, γαλλικά, μπαλέτο, μπάσκετ ή οτιδήποτε άλλο. Και οι γονείς κατάκοποι , γυρνώντας σπίτι κάποια στιγμή το απόγευμα, θα τρέχουν να προλάβουν όλες αυτές τις δραστηριότητες και παράλληλα, εάν είσαι γυναίκα, θα τρέχεις να μαγειρέψεις, να μαζέψεις, να ψωνίσεις. Και γιατί δουλεύεις τόσες ώρες ; γιατί θέλεις να προσφέρεις το καλύτερο στο παιδί σου για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει να πληρώνεις άλλον για να το διαβάζει και να το απασχολεί γιατί δεν προλαβαίνεις. Έτσι δημιουργείς έξοδα στα οποία για να ανταπεξέλθεις πρέπει να εργάζεσαι όλη μέρα . Μου φάνηκε τόσο ανούσια αυτή η εξίσωση. Σαν ένα κακόγουστο αστείο.

Και δυστυχώς το αστείο αυτό δεν αφορά μόνο στα παιδιά μας αλλά όλη μας τη ζωή. Χάνουμε ώρες ατελείωτες από αυτά που αξίζουν, γιατί παλεύουμε με πραγματικές ανάγκες μέσα στο δύσκολο αγώνα της επιβίωσης και αυτός ο ίδιος αγώνας μας υποχρεώνει να δημιουργούμε νέες ανάγκες τις οποίες μπορούμε να καλύψουμε μόνο αν συνεχίζουμε τον ίδιο τρόπο ζωής. Φοβόμαστε να διαμαρτυρηθούμε, συχνά και να παραδεχτούμε ότι κάτι είναι λάθος σε όλο αυτό. Ακόμα και αν μας αρέσει η δουλειά μας, ή αν λέμε ότι μας αρέσει για να νιώσουμε σημαντικοί, ακόμα και όταν αυτοπροσδιοριζόμαστε μέσα από αυτό που κάνουμε, κάτι λάθος υπάρχει όταν οι μόνες ώρες που βλέπουμε αυτούς που αγαπάμε είναι λίγο πριν κοιμηθούν. Αλήθεια προλαβαίνουμε να γνωρίσουμε τους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας; ξέρουμε τις σκέψεις των παιδιών μας; γνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό ή έχουμε ξεχάσει τι θέλουμε και τι είμαστε στην προσπάθεια είτε να ανταπεξέλθουμε στις υποχρεώσεις είτε να ανέβουμε ιεραρχία γιατί μόνο αυτό μας δίνει αξία; Και συνεχίζουμε να αναβάλλουμε τη ζωή για αργότερα. Τις βόλτες, τις αγκαλιές, τις συζητήσεις, τη χαρά του να δίνεις και να δίνεσαι. Να υπάρχεις ελεύθερος και να αγαπάς. Τα παιδιά μας βιάζονται να μεγαλώσουν και εμείς τρέμουμε να γεράσουμε. Παγιδευόμαστε σε σχέσεις, σε δουλειές, σε σπίτια, σε υποχρεώσεις. Και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ώστε να παγιδευτούν και εκείνα. Γιατί έτσι πρέπει.

Αλήθεια, πρέπει πράγματι;